Ευρετήριο Άρθρου


Του Αγγελου Ποιμενίδη από το περιοδικό «Κυνηγετικά Νέα»

Τα στέκια της επιστροφής των ορτυκιών την άνοιξη, είναι οι παράλιοι κάμποι της πατρίδος μας, οι ίδιοι περίπου χώροι από τους οποίους περνούν και το Σεπτέμβρη για την αποδημία τους. Έρχονται με νοτιάδες τη νύχτα και αν είναι ξεκούραστα, προχωρούν στην ενδοχώρα.

Ετσι δεν μπορείς να πεις, όπως για τα τρυγόνια, ότι έχουμε σήμερα «μαζικά επιστρόφια». Σκόρπια τα βρίσκεις στα χωράφια τον Απρίλη. Είναι αδύνατα τα πουλιά αυτά, σβέλτα, ανήσυχα και μ’ ένα περπάτημα διαβολικό, ποντικίσιο.

Εφήμερα κυριολεκτικά, είναι τα στέκια τους αυτά. Θα διημερεύσουν μοναχά για να συνεχίσουν το ταξίδι τους στα ενδότερα όπου θα εγκατασταθούν μόνιμα για να ξεκαλοκαιριάσουν, και ν’ αναπαραχθούν. Αν ήταν δυνατό ν’ απόφευγαν τη στάση αυτή σε τέτοια στέκια προσωρινότητας, δεν θα βλέπαμε ορτύκια την άνοιξη.
Θα τραβούσαν ίσια προς τις πατρίδες τους, στους τόπους των φωλιασμάτων και αναπαραγωγής των. Και αυτό γίνεται στα περισσότερα επιστρόφια, όταν είναι ξεκούραστα και έχουνε το κουράγιο να συνεχίσουν το ταξίδι δίχως σταμάτημα. Στους δρόμους όμως και τις πορείες δεν λείπουν οι βραδυπορούντες.

Τέτοια είναι και τα ορτύκια, που συναντάμε την άνοιξη στα χωράφια. Φυσικά τα ορτύκια αυτά δεν κυνηγιούνται, γιατί συμπίπτουν με την εποχή που απαγορεύεται το κυνήγι. Αν επιτρεπόταν, δεν θα τα γνωρίζαμε καλύτερα γιατί είναι ανάρια, και στέκια επίσημα και τυποποιημένα δεν έχουν όπως τα σεπτεμβριανά.

Είδα τέτοια ορτύκια και στα χαντάκια των δρόμων και στις αυλές των σπιτιών και σε βουνά ακόμα απόμακρα από τη θάλασσα και ακέφαλα, σκοτωμένα από τα σύρματα των τηλέγραφων. Ταλαιπωρούνται πολύ τα δύσμοιρα, περνώντας το πέλαγος. Και είναι ανάλαφρα και άπαχα από την «καλοπέραση» στα χειμαδιά τους. Εχουν όμως το βάρος του δαιμονισμένου ερωτισμού τους.
Είναι τρομερά ερωτομανή και ενώ είναι κουρασμένα και κατατσακισμένα από το ταξίδι τους, η αχαλίνωτη ερωτομανία τους τα ξεθεώνει. Μόλις προσγειωθούν από τους αέρινους δρόμους, ορμούν προς την αναπαραγωγή, έστω και στο προσωρινό αυτό στέκι τους. Κράζονται τα σκόρπια δώθε- κείθε με ένα χαρακτηριστικό «τιπ-τιπ-τιπ», και κάνουν το γάμο τους. Φουσκωμένα, από τα χειμαδιά τους, ακόμα, είναι τα φλογισμένα σωθικά τους.
Αυτά τα ζευγάρια θα σταθούν μόνιμα στο πρώτο τους αυτό στέκι. Τα άλλα θα προχωρήσουν και θ’ απλωθούν σ’ όλη την Ευρώπη, για να φωλιάσουν και αυτά κάπου μόνιμα και νοικοκυρεμένα.

Ολη η Ευρώπη φιλοξενεί τα ορτύκια το καλοκαίρι και σ’ αυτήν αναπαράγονται σε αφθονία. Δύο γέννες, δεκαπλασιάζουν τους τεκνοποιούς, και κάνουν έτσι τεράστια φαμίλια.
Οι χώροι αυτοί των μόνιμων εγκαταστάσεών τους, που θα γεννοβολήσουν τα αυγά, που ‘ναι μεγαλύτερα από το κεφάλι τους, είναι τυπικοί και απαράβατοι. Δάση και θαμνότοποι δεν είναι. Είναι κάμποι, παραποτάμια λιβάδια, χωράφια εκτεταμένα, έλη αποξηραμένα.
Καμπίσια πέρδικα είναι το ορτύκι, σε σχετική μικρογραφία και όπως ζει και πορεύει το τσίλι, το ίδιο κάνει και το ορτύκι. Μόνο που δεν έχει το κουράγιο ν’ απομακρυνθεί πολύ από το στέκι του όπως τα τσίλια.
Αυτά έχουν δύο και τρία χιλιόμετρα ακτίνα βοσκής ή διαφυγής από το χώρο που φώλιασαν, ενώ το ορτύκι, κατά το μπόι και την πλαδαρότητα της σάρκας του, πεντακόσια μέτρα ζήτημα είναι αν προτιμά να απομακρυνθεί από τον τόπο, που γεννοβόλησε και μεγάλωσε τις «κατσαρίδες» του.

Κατσαρίδες λέω τα μικρά ορτυκάκια, γιατί τέτοια είναι μόλις πρωτοβγούν από το αυγό τους. Ενός καρυδιού όγκο έχουν και δεν έχουν τα σωματάκια τους τις δέκα πρώτες μέρες, του ταλαίπωρου βίου τους. Οι τυπικοί αυτοί χώροι, που τους διαλέγουν τα ορτύκια, απαραίτητο είναι να έχουν νερό, να ‘ναι δροσεροί το καλοκαίρι, να διατηρούν πρασινάδα και προπαντός να έχουν αγριόχορτα, ζιζάνια που οι σπόροι τους είναι και η τροφή των ορτυκιών. Ιδανικοί χώροι είναι οι κάμποι με τα τριφύλλια. Αυτό μου το είπε η πείρα όταν είδα ότι στον τόπο μας, τον Νομό Εβρου, δεν φώλιαζαν προπολεμικά ορτύκια. Σπάνιο πράγμα ήταν να ιδείς «ντόπια», όπως λέγονται, ορτύκια. Μεταπολεμικά όταν οι παρέβριες βαλτώδεις εκτάσεις αποστραγγίστηκαν και τους αντικατέστησαν οι «τριφυλλεώνες», παρατηρώ και παρακολουθώ καταπληκτικούς συνοικισμούς «ντόπιων» ορτυκιών και στον Γκιαούρ Αντά ακόμα, που γίνονται αντικείμενο κυνηγίου κατά τον Αύγουστο που αρχίζει το κυνήγι και πριν αρχίσουν τα επίσημα περάσματα της αποδημίας. Το ίδιο παρατηρήθηκε και τους ρυζώνες της Χρυσούπολης, στον κάμπο της Δράμας, Σερρών, στο Τσάγεζι του Στυμώνα κ.α.

Οι αρδεύσεις με κανάλια και αντλιοστάσια, η δημιουργία ποτιστικών εκτάσεων επροσκάλεσαν τα ορτύκια στον τόπο μας και καλοδέχτηκαν την εγκατάσταση για να παρηγορήσουν τους κυνηγούς.
Ολο το καλοκαίρι ακούγονται τα «τιπ-τιπ-τιπ» της χαράς και ευτυχίας τους! Αν οι χώροι αυτοί, υπόκεινται σε ξηρασία για διάφορους λόγους κλίματος ή αλλαγής της καλλιέργειας, τα ορτύκια βασανίζονται.
Πεθαίνουν τα μικρά στην ξηρασία του Ιουνίου- Ιουλίου. Τότε τα μεγάλα αρχίζουν πρώιμα την μετακίνηση. Όχι την αποδημία. Μετακινούνται σε άλλους χώρους, με ευνοϊκότερες συνθήκες διαβίωσης.
Κάνω μια διάκριση: Ντόπια ορτύκια λέμε και τα ορτύκια που απομένουν στον τόπο μας για να ξεχειμωνιάσουν. Είναι τα καχεκτικά και άρρωστα ή οπωσδήποτε ελαττωματικά ορτύκια των φθινοπωρινών περασμάτων, που είναι ανίκανα να ακολουθήσουν την πορεία των συντρόφων τους που αποδημούν.

Τα «ντόπια» αυτά ορτύκια, που συναντούμε στα καταφύγια – άσυλά τους- και τον Γενάρη και μέσα στα χιόνια, όταν κυνηγάμε τις μπεκάτσες, διάγουν ζωή διαφορετική από τα συντρόφια τους των περασμάτων. Αν είναι τρία- τέσσερα σε αποστάσεις 1-2 χιλιομέτρων, συγκεντρώνονται, κοπαδιάζουν στο προσφορότερο ορτυκοτόπι, και διαβιούν σαν τις καμπίσιες πέρδικες.
Διαλέγουν χώρους για βοσκή, χώρους για στάλισμα, χώρους καταφυγής σε περίπτωση κινδύνου. Γνωρίζουν τον τόπο όπως οι πέρδικες και τον χρησιμοποιούν αναλόγως. Τον έχουν καλά περπατημένο και αξιοθαύμαστα καλομαθημένο.

Εχουν χάσει το πάχος τους και τους απέμεινε μια κιτρινάδα κάτω από το πετσί. Είναι σβέλτα σαν τα ποντίκια και δεν δίνουν ευκαιρίες στο σκύλο να τα φερμάρει. Διαφεύγουν σαν διάβολοι και παλαβώνουν το σκύλο. Πετούν με διπλάσια σβελτάδα και ταχύτητα από τα παχιά σεπτεμβριανά αδέλφια τους.
Πολλές φορές γίνονται ζευγάρια και ερωτοτροπούν για να σπιτωθούν την άνοιξη, αλλά δεν φαντάζομαι να έχουν την ικανότητα, ύστερα από την ταλαιπωρία της χειμωνιάτικής τους αναγκαστικής παραμονής ή εξαιτίας κάποιας ελαττωματικότητας που δεν τους επέτρεψε ν’ ακολουθήσουν το δρόμο των άλλων, όπως προανέφερα.
Όσα όμως έχουν τη ζωτικότητα της αναπαραγωγής, την ευτυχία τους δεν θα την απολαύσουν αυτού στον τόπο της περιπέτειά τους. Θα ταξιδέψουν κάπου αλλού, για να σκαρώσουν το νοικοκυριό τους. Οι ναυαγοί μένουν μαθές στα ξερονήσια, για να συνεχίσουν την … ευτυχία τους;


Του Αγγελου Ποιμενίδη (αναδημοσίευση του ΤΥΠΟΣ-ΚΥΝΗΓΙ από τα «Κυνηγετικά Νέα» του 1954)

Η απολογητική του ορτυκοκυνηγιού

Ανάμεσα στις απολαύσεις του κυνηγιού μας, είναι και το κυνήγι του ορτυκιού. Απόλαυση λέω το κυνήγι, με μίαν ανθρώπινη σχετική κρίση, γιατί αν φιλοσοφήσεις θα ιδής πως όλη η ζωή νομοτέλεια δεν έχει και ποτισμένη είναι με αμφισβητούμενες τοποθετήσεις που άλλοι τις λένε «ματαιοδοξίες» και άλλοι «καθαυτό» και «όντως αξίες».

Το κυνήγι του ορτυκιού, έτσι, είναι απόλαυση αληθινή για μερικούς και αντιλογικά για άλλους ένα παρακλάδι της όλης κυνηγετικής μας λειτουργίας, μονότονο, άχαρο, ντελικάτο, για γυναίκες και για τους αβρούς και χουζουρ-λήδες του συναφιού μας, χωρίς να παρέχει πρωτοβουλίες και στρατηγήματα στον κυνηγητή.

Είμαι και γω ένας απ' αυτούς που του φόρτωσα μερικές από τις παραπάνω κατηγορίες, μα αναθεώρησα τις αντιλήψεις μου και θα τις ανακαλέσω με τη συγκατάβαση «ωμολογημένης αμαρτίας». Και βέβαια, ένας παραλληλισμός του τυπικού και άνετου ορτυκοκυνηγιού στα ομαλά και θεριμένα χωράφια με βηματισμό ελαφρού και αβίαστου περιπάτου, με το παλληκαρίσιο και ανδροπρεπές κυνήγημα του αγριογούρουνου στα απροσπέλαστα και αγέραστα βουνά, με τις σφιχτόθα-μνες χαράδρες που δεν μαθαίνονται ούτε από το χάρτη, ούτε από το πανόραμα του πετούμενου αεροπλάνου, δε μπορεί να γίνει, γιατί και ομοιότητα το ένα προς το άλλο καμμιά δεν έχει. Μα οι συγκρίσεις με το απόλυτο, δεν γίνονται. Και απόλυτο δεν υπάρχει, έξω από το θείο.

Το ορτυκοκυνήγι έχει δικαίωμα να αντιπαραταχθεί και να συγκριθεί με συγγενικά θηρευτικά λειτουργήματα και σπορ. Αν συγκριθεί λογουχάρη με το τρυγο-νοκυνήγι θα ιδούμε ότι το πρώτο ξεπερνά ασύγκριτα στη λειτουργία του το δεύτερο, γιατί απαιτεί και περπάτημα και γνώσεις και στρατηγήματα -που παρακάτω θα γράψω και νάχεις υπομονή να διαβάσεις, αναγνώστη μου- και σκύλο, με όλες τις έννοιες, εκλογής, εκπαιδεύσεως και συντηρήσεως κ.λπ.· ενώ το τρυ-γονοκυνήγι, το στεκάμενο σπορ, ένα έχει αλαζονικό επιχείρημα: ότι έχει δύσκολο και θεαματικό τίρο και τίποτε περισσότερο. Τα τρυγόνια σου τα φέρνει ο αέρας, το τουφεκίδι η τύχη. Το ορτύκι το γυρεύεις, το ψάχνει ο σκύλος, το τουφεκάς, όχι βέβαια και σαν την κολοκύθα στο χωράφι ή το τενε-κέ για να ιδείς «τη συγκέντρωση» και το αναζητάς και σκοτωμένο ή τραυματισμένο με μια διαδικασία όχι εύκολη και συνηθισμένη.

Αν πάλι το συγκρίνεις με το τίρο των δίσκων, τότε θα πεις ότι αυτό έχει τη χάρη της μούμιας από τη δροσερότητα της ομορφιάς του ζωντανού, γιατί εκείνο είναι ένας μηχανισμός εμπνευσμένος από τη μηχανή εκτοξεύσεως με τυποποιημένο σημάδεμα προς μια, δυο, πέντε, δέκα τελοσπάντων κατευθύνσεις δίσκου, πάντα φάτσα προς το μέτωπό σου, ενώ το ορτυκοσημάδεμα έχει χίλια δυο μυστήρια και του-φεκίσματα με κλίση «επ' αριστερά, δεξιά, μεταβολή, ανόρθωση, επίκυψη, κάμψη κ.λπ.». Το σπορ των δίσκων είναι θέατρο αισθητικής ανδεικέλων, ενώ το ορτυκο-κυνήγι, μελόδραμα, που παίζουν στη σκηνή οι φημισμένοι άσσοι του θεατρικού κόσμου, και για να τελειώνω συνοψίζω: Το ορτυκο-κυνήγι είναι μια μικρογραφία του κυνηγιού της πέρδικας ή καλλίτερα, μια προβαθμίδα του και η τελευταία σοβαρή πρόβα με τα όλα της, δίχως θεατάς.

Τόποι καθιερωμένων περασμάτων απαράβατοι

Το ορτυκοκυνήγι δεν είναι θηρευτικό κεφάλαιο που ενδιαφέρει όλους τους Ελληνες κυνηγούς.

Αφορά τους κυνηγούς των τόπων που σημειώνονχαι τα περάσματά τους την εποχή της μεχαναστεύσεώς τους, που είναι ο Σεπτέμβριος καθαυτό και μέρος του Οκτωβρίου. Και κατά τα τέλη Αυγούστου και τον Νοέμβριο ακόμα σημειώνονχαι περάσμαχα, μα αυτό είναι κάτι σαν έκτακτο και δεν ενδιαφέρει πολύ την υπόθεσή μας αυτήν εδώ, γιατί έχω στο νου να διαχωρίσω το ορτυκοκυνήγι σαν μια ειδικό-τητα ξεχωριστή από το καθόλου κυνηγικό λειχούργημα.

Ορτύκια μεμονωμένα βρίσκονται σ' όλη τη χώρα μας τον καιρό της αποδημίας των πουλιών προς τα χειμαδιά της Ανατολής και του Νότου, ξεκομμένα από την ομάδα τους και παραστρατημένα από το δρόμο του ταξιδιού τους. Αυτά όμως τα σποραδικά άκομα δεν αποτελούν θέμα που να το συζητήσω. Τα κυνηγάμε συμπτωματικά, ενώ αυτά που θα με απασχολήσουν είναι τα ορτύκια των ομαδικών περασμάχων και λέω πως απαιτεί ειδικότητα το κυνήγημά τους και σχετική προπαίδεια.

Τόποι που φιλοξενούν σαν έμπεδα τα ομαδικά περάσματα των ορτυκιών, είναι πολλοί στην πατρίδα μας, που είναι η γέφυρα της Ανατολής και Δύσης. Την γέφυρα αυτή της φιλημένης μας γης την χρησιμοποίησαν οι βάρβαροι στις επιδρομές τους και βογγά η Παμμεγίστη ιστορία μας από τους αγώνες της φυλής μας ανά τους αιώνες. Αυτήν χρησιμοποιούν και τα ορτύκια, σαν ειρηνικοί τουρίστες, μα στους κυνηγούς ανάβουν πόλεμο. Βέβηλο, θαρρείς, θεωρούμε κάθε τι που πατά την ιερή μας γη. «Πας μη Ελλην, βάρβαρος» και κοντά στους επιδρομείς την πληρώνουν και τα ορτύκια!

Ολη η χώρα δεν έχει το προνόμιο της υποδοχής των περασμάτων. Μόνο τα παραλιακά μέρη πούναι πλησιέστερα για το σάλτο των ορτυκιών προς την Ανατολή και το Νότο, δέχονται τα πολυπληθή περάσματα, αλλά όχι όλα δίχως εξαίρεση. Οι κόλποι π.χ. δεν προσφέρονται στα ορτύκια για φιλοξενία. Τα ακρωτήρια (Ταίναρο, Μαλέας, Σούνιο κ.λπ.) μάλιστα. Τα παράλια της Θράκης, από την Αλεξανδρούπολη ως τη Μαρώνεια, είναι χαρακτηριστικοί τόποι περασμάτων. Από τη Μαρώνια, Κεραμωτή, Καβάλα, Ελευθερές, Σταυρός δεν έχουμε το χαρακτηριστικό μεγάλων περασμάτων.

Στα νότια ακροθαλάσσια των νησιών μας σημειώνονται περάσματα, λ.χ. στα Βατερά της Μυτιλήνης ή στη Θάσο, στη Σαμοθράκη. Ομως και στη Λήμνο ελάχιστα πέφτουν ορτύκια. Το μυστήριο αυτό κανείς δεν μπόρεσε ως τώρα να το καταγράψει. Γιατί η προτίμηση ωρισμένων και στερεότυπα σταμπαρισμένων τόπων γίνεται από τα αγεωγράφητα και κοντόμυαλα αυτά πλασματάκια; Ούτε τουριστικούς οδηγούς έχουν ούτε δρόμους με οδηγητικές ταμπέλες. Και μ' όλα ταύτα, απαράβατα περνούν κάθε χρόνο από τους ίδιους τόπους και τα ίδια χωράφια, όπως οι χατζήδες, που αποκλειστικά κοντεύουν στη Μέκα και δεν κατευθύνονται για τη Βαγδάτη.

Το μυστήριο αυτό δεν θα μαθευτεί, εκτός αν αποχτήσουν «γλώσσα» τα σοφά αυτά ορνιθάκια. Εκείνο όμως που εμείς οι «σοφοί άνθρωποι» μπορούμε να μάθουμε και δεν το ξέρουμε, είναι ότι ενώ έχουμε χιλίων ειδών χάρτες -πολιτικούς, γεωφυσικούς, καπνικούς, ορυκτολογικούς, αρχαιολογικούς κτλ. κτλ.- ένας χάρτης στην εγκυκλοπαιδεία μας που να δείχνει πού και πού πέφτουν τα ορτύκια, δεν υπάρχει. Αν υπήρχε, θα έλυνε κάτι από το μυστήριο της πορείας τουλάχιστον των ορτυκιών, γιατί όταν θα σημειωνόταν πέρασμα την δείνα μέρα, λογουχάρη στην Αλεξανδρούπολη, Μυτιλήνη ή Ταίναρο, Κρήτη την τάδε με τον συσχετισμό του ανέμου που φυσούσε από βραδύς, θα βρίσκαμε την πορεία των ορτυκιών, την προέλευσή τους (αφετηρία) και τον τόπο του προορισμού τους.

Αν τα «Κυνηγετικά Νέα» έπαιρναν ανταποκρίσεις από όλα τα Κυνηγετικά Σωματεία της χώρας και περιγραφές των τόπων που πέφτουν τα ορτύκια, θα έκαμναν έναν τέτοιο χάρτη και θα βοηθούσαν την επιστήμη...

Ειδικοί τόποι περασμάτων ορτυκιών

Οπως αναφέραμε στο προηγούμενο, χρειάζεται ένας χάρτης περασμάτων ορτυκιών.

Ο χάρτης αυτός που δεν είναι δύσκολο να γίνει από πληροφορίες των Κυνηγετικών Σωματείων, θα ήταν και ένα είδος οδηγού για τους θιασώτες του κυνηγιού των ορτυκιών, που θα αποφάσιζαν να πάνε να τα κυνηγήσουν. Ο Τουρισμός θα τον παρασημοφορούσε. Του κυνηγού όμως η βοήθεια δε θάτανε μεγάλη, γιατί χονδροειδώς ο χάρτης μ' ένα χρώμα ή σημάδι, θα φανέρωνε μια περιοχή λ.χ. Αλεξανδρούπολη - Μαρώνεια. Αυτό όμως δεν θα σήμαινε ότι στην ζώνη αυτή των 40 χιλιομέτρων τα ορτύκια έχουν μια απλωτή παραλιακή λεωφόρο και μπορείς να τα κυνηγήσεις όπου σ' αρέσει και όπου τύχει, όπως το λαγό παραδείγματος χάρη, που σε μια περιοχή μεγάλη μπορεί να τον συναντήσεις πίσω από την τελευταία αχυρώνα του χωριού, μέσα σε ένα περιβολάκι έξω απ' τα σπίτια ή βαθειά σε μακρυνό δάσος.

Το ορτύκια έχει καθωρισμένα στέκια στην απέραντη ζώνη των περασμάτων του, που πρέπει να τα μάθεις και θα σου τα διδάξει η πείρα. Εχουν τα ορτύκια μεγάλη εθιμοτυπία και στερεότυπα καταλύματα και σταθμούς των νυκτερινών τους αφίξεων. Προτιμούν, όπως ο περιηγητής, τις Μυκήνες, Κνωσό, Δελφούς, Επίδαυρο κ.τ.ό. Τέτοια στέκια είναι τα χωράφια που γέρνουν προς τα θάλασσα και φέγγει τη νύχτα η καλαμιά τους ή τα αποξηραμένα χορτάρια τους. Μπορείς σε ένα τέτοιο χωράφι εξήντα στρεμμάτων να σηκώσεις διακόσια ορτύκια το πρωΐ, ένα δίπλα στο άλλο, ή πεντεδέκα μαζύ και να διανύσεις ύστερα και να ψάξεις χώρο εκατόν εξήντα στρεμμάτων και να βγάλεις μόνο ένα-δυο ορτύκια.

Τέτοια αδυναμία έχουν τα πουλιά αυτά! Πέφτουν «συστημένα», όπως λέμε σε ωρισμένους χώρους, όλο κοπαδιαστά και η παρουσία πεντέξη κομματιών σε μια περιοχή φανερώνει ότι εκεί γύρω -όχι πολύ μακρυά- έχουν καταλύσει και κρύβονται κι άλλα, που υποχρεούται ο σκύλος σου να ανακαλύψει και συ να τα κανονίσεις.

Τέτοιος ειδικός χάρτης δεν μπορεί να συνταχθεί με την αβελτηρία μας. Κάθε κυνηγός όμως τον έγραψε μέσα του και ξέρει να κατευθυνθεί στα προνομιούχα αυτά ορτυκοχώραφα πρωΐ-πρωΐ για να κάμει το τσιμπούσι του. Οποιος δεν έχει συνθέσει τέτοιον, κυνηγά τα ορτύκια στην τύχη. Χάνει ώρες ψάχνοντας σε άγονους τόπους, βαρά λίγα, ενώ ο «ειδήμων» τραβάει ίσια και αχασομέριστα στα κέντρα αυτά και γεμίζει τις τσάντες του.

Η μελέτη των τόπων όπου απαρέγκλιτα πέφτουν τα ορτύκια

Δεν είναι λίγοι οι τόποι που τους προτιμούν τα ορτύκια σαν στέκια - ξενώνες, για να διημερεύσουν. Διημερεύουν μόνον, και τη νύχτα -μόλις αρχίσει το σούρουπο- τους εγκαταλείπουν οπωσδήποτε, είτε ο καιρός είναι ευνοϊκός και πρίμος για ταξείδι είτε όχι. Ούτε βόσκουν, ούτε πάνε στο νερό τα ορτύκια σαν τάλλα διαβατικά -τρυγόνια, φασοπερίσταρα, χηνο-παπιά, ψαρόνια κ.λπ.- Το ορτύκι είναι... η καμήλα των πουλιών. Κλείνει το στόμα του από την αφετηρία του και το ανοίγει όταν φτάσει στον προορισμό του.

Τα στέκια λοιπόν αυτά των ορτυκιών στην απέραντη ζώνη διαβάσεων πρέπει να τα μαρκάρει ο κυνηγός και αυτό θα γίνει όταν με τη μελέτη αρκετών διαδοχικών ετών, που θα παρακολουθήσει τα περάσματα και θα προσέξει τα χαρακτηριστικά. Γιατί, αν σε μια ζώνη περασμάτων υπάρχουν φερειπείν είκοσι τέτοια στέκια, μικρά ή μεγάλα, ο κυνηγός δεν πρέπει να νομίσει ότι τα στέκια αυτά είναι είκοσι αγγουριές, που ξέρει ότι το πρωΐ οφείλει να πάει να τις τρυγήσει, παρά ότι είναι μεν ξενώνες, αλλά δεν γεμίζουν κάθε βράδυ. Ενα στέκι μπορεί να κρατήσει διακόσια κομμάτια κι άλλο τρία, εκτός αν το πέρασμα είναι πληθωρικό -και τέτοια σημειώνονται πεντέξη περίπου κάθε χρόνο-οπότε κυνηγάς όπου θέλεις.

Για να ξέρεις ποια στέκια κρατάν ορτύκια σε μη καθολικό και παμμέγιστο πέρασμα, είσαι υποχρεωμένος να μελετήσεις τους καιρούς και τις εποχές που διαβαίνουν τα ορτύκια προτιμώντας πότε τα δείνα-δείνα χωράφια, πότε τα άλλα. Αυτό όμως είναι σωστή φιλοσοφία και αποχτιέται με πολυχρόνιες παρατηρήσεις. Ετσι θα σου γίνει γνωστό ότι τα πρώιμα περάσματα προτιμούν τα τάδε στέκια και με τέτοιον καιρό. Τα μεσανά εκείνα. Τα όψιμα, που είναι υπολείματα καθυστερημένων ορτυκιών, τα δείνα κ.ο.κ. Εχουμε ακόμα και στέκια απίθανα και άγνωστα: Εξω από τη ζώνη όταν πιάσει βροχή την ώρα που ταξιδεύουν τα ορτύκια. Δίπλα στη θάλασσα, στα χορτάρια της αμμουδιάς, όταν τα ορτύκια τα γυρίσει πίσω ο νοτιάς και δεν - τα καταπιεί η θάλασσα, όπως συνήθως γίνεται.

Οι πολύπειροι ορτυκάδες κυνηγοί, γνωρίζουν τη φιλοσοφία αυτή και απορεί κανείς πώς γυρνούν με σακκούλα γεμάτη, ενώ άλλοι -πολλοί- γυρνούν άπρακτοι και στοιχηματίζουν υπερφύαλα ότι πουθενά δεν είχε ορτύκια. Αυτοί ξέρουν και την ελαχίστη λεπτομέρεια και ιδιοτροπία των ορτυκιών. Γνωρίζουν ένα ένα θάμνο που κρατεί ορτύκι και ποια πλευρά του χωραφιού έχει τα πολλά και ποια τα λίγα.

Αν είσαι προνομιούχος να κυνηγάς με το τζιπάκι σου, σε ζώνη βατή σε όλα τα στέκια που λέω και το μεταφορικό σου μπορεί να φωτίσει όλα τα ορτυκοτόπια, τότε δεν σου χρειάζεται η φιλοσοφία αυτή. Κάμνεις μια τσάρκα σ' όλα τα στέκια και τα ξαφρίζεις.

Ζημιά από την πρωινή αλλοφροσύνη στα ορτυκοτόπια

Αφού γνωρίσεις έτσι τα ορτυκοτόπια, όπως τις τσέπες των ρούχων σου, ποια έχει την ταμπακέρα και ποια τα σπίρτα και την πίπα και αποφασίσεις να κυνηγήσεις τα ορτύκια, θα υπογράψεις με τον εαυτό σου συμβόλαιο, Θα γίνεις ο γαλατάς του νοσοκομείου. Γιορτή καθημερινή με το ρολόι θα πηγαίνεις στο κυνήγι του ορτυκιού από τα τέλη Αυγούστου, για να τα επιτύχεις και να μην τα χάσεις.

Γι' αυτό οι ορτυκάδες κυνηγοί κατοικούν κοντά στα ορτυκοτόπια και χτίζουν καλύβες ή περίπτερα εκεί μέσα για να τα έχουν κοντά. Αυτοί κυνηγούν τα ορτύκια και τα απολαμβάνουν. Οι άλλοι που ζουν μακρυά και διαθέτουν έστω και μεταφορικό, οπωσδήποτε ταλαιπωρούνται ή βαργεστίζουν με το πάνε-έλα και χάνουν τα περάσματα.

Κάθε μέρα λοιπόν το ορτυκοτόπι, πατείς έχει δεν έχει, γιατί κανόνες δίχως εξαίρεση δεν υπάρχουν. Υπάρχουν προγνωστικά των περασμάτων μα και τα απρόοπτα δεν αποκλείονται. Γιαυτό θα λειτουργείς καθημερινώς και θ' ανοίγεις το μαγαζί, έχεις δεν έχεις πελατεία. Ετσι το ορτυκοκυνήγι δεν είναι σπορ αβρό και ντελικάτο. Εχει κούραση και για τον κυνηγό αρκετή και για τον σκύλο πολλή.

Σαράντα μέρες τουλάχιστο θα αγουροξυπνάς, εκτός αν βρέχει ή έχει συνέχεια δυνατή νοτιά. Θα ήταν άνετο το ορτυκοκυνήγι αν τα ορτυκοτόπια ήταν δικά σου, όπως το αμπέλι ή ο ελαιώνας, και θα τρυγούσες όταν σου κατέβαινε. Ετσι όμως δεν συμβαίνει. Σήμερα με το ξέφτισμα του ενδημικού θηράματος πολλοί κυνηγοί ξέπεσαν στα ορτύκια και τα κυνηγούν ερχόμενοι από μακρυνούς τόπους, γιατί είναι κυνήγι αποδοτικό και ικανοποιητικό. Είναι κυνήγι βέβαιο και οπωσδήποτε θα γεμίσεις τη σακκούλα σου αν έχεις υπομονή να τα περιμένεις. Ενώ μπορεί να σε καλέσουν αλλού οι κουμπάροι σου γράφοντάς σε ότι θα σε παν σε τόπους που «βράζουν οι λαγοί με πετραχήλια και πέρδικες με σκουλαρίκια» και πραγματικά ίσως να υπάρχουν και να μην τους επιτύχεις. Ενώ το ορτύκι είναι «κυνήγι μες στην τσάντα» αρκεί να πέση στα ορτυκοτόπια και θα πέσει αφού είναι ο καιρός του.

Η ύπαρξη πολλών κυνηγών σε κάμνει να βιάζεσαι και να ξυπνάς ενωρίς -νύχτα- και να σπεύδης στα ορτυκοτόπια για να πάρεις θέσι στην εξόρμηση και στο πρώτο ξάφρισμα. Η σπουδή και η αλλοφροσύνη αυτή είναι τρομερή πληγή και κακό, που όλους πλήττει και όλοι το πληρώνουν, με ζημία όχι μικρή. Τάξη δεν μπορεί να μπει δυστυχώς, ούτε ουρά όπως στα λεωφορεία. Η πρωϊνή -σκοτεινά ακόμα- επέλαση προς τα ορτυκοτόπια εκτός από τους κινδύνους καυγάδων, σκαγιωμάτων και σκοτωμών ακόμα δημιουργεί το κακό να αλαφιάζωνται τα ορτύκια και να φεύγουν από το στέκι τους σ' άλλα μέρη, εκεί κοντά βέβαια, αλλά δύσκολα για κυνήγημα, όπως είναι οι σφιχτές με αδιαπέραστες από σκύλο ρεματιές και θαμνώματα, που δεν ψάχνονται εύκολα ούτε από τον άριστο σκύλο.

Εκεί σαν τα κυνηγήσεις και αν τα ξετρυπώσεις με χίλια ζόρια και χασομέρια, τα χάνεις και σκοτωμένα. Το ορτύκι χάνεται σκοτωμένο σαν το βελόνι στ' άχυρο. Και σε οργωμένο χωράφι -ταψί- το χάνεις ακόμα. Το πατείς και δεν το βλέπεις! Και μάθε ακόμα φίλτατε - ότι το σκοτωμένο ορτύκι σε ένα λεπτό της ώρας χάνει τα εννέα δέκατα της μυρωδιάς του που δίνει στο σκυλί σου. Σε σκοτωμένο ορτύκι ο σκύλος δεν φερμάρει. Θαρρείς πως μαζή με την ψυχή του έχασε το ορτύκι και τη μαγνητική του έλξη και ο σκύλος το ραντάρ της μύτης του.

...Το χειρότερο είναι ότι ενώ έχεις να κυνηγήσεις μια έκταση λόγου χάρη 500X500 μ. ομαλή, καθαρή, αθάμνωτη με πιθανότητα επιτυχίας 50 ορτυκιών στην τσάντα, με το βιαστικό πρωϊνό ξάφνιασμα διώχνονται τα ορτύκια 500 μέτρα ας πούμε έξω και γύρω-γύρω στο ορτυκοτόπι. Ετσι, η έκταση αυτή των 500X500=250.000 γίνεται 1.500X1.500=2.250.000 μ2. Δηλαδή εννιά-δέκα φορές μεγαλύτερη και το ψάξιμο της απαιτεί χρόνο και κόπο και με πιθανότητες πολύ λίγες, γιατί τα ορτύκια δεν θα μοιραστούν ένα, δυο, τρία σε κάθε στρέμμα παρά αλλού θα παν μαζεμένα, αλλού δεν θα παν καθόλου και συ θα ψάχνεις και θα ιδρωκοπάς άδικα, ενώ το καθαυτό ορτυκοτόπι -στέκι- τα είχες όλα συγκεντρωμένα και έτοιμα για τον τροβά σου, αν εννοείται τα καταφέρνεις «μπαμ και κάτω» και δεν τα ξιππάζεις μοναχά.


Tι δεν μπορεί να γίνει

Ουτοπία των ουτοπιών που ως τώρα δεν έγραψα μεγαλύτερη. Η αλήθεια είναι ότι δε μπορεί να γίνει τίποτε για την οργάνωση του ορτυκοκυνηγιού για μεθοδικό, συστηματικό και αψεγάδιστο κυνήγημα. Είναι δυνατόν να συγκρατήσεις έξω από το ορτυκοτόπι τους αρματωμένους ντελήδες με τα σκυλιά και τους αξιοθρήνητους τορβατζήδες που τους συνοδεύουν και να τους πεις:

- Συνάδελφοι, κάμετε υπομονή μισή ώρα ώσπου να βγει ο ήλιος καλά-καλά, να πιάσει η ζέστη που θα ναρκώσει τα ορτύκια για να λουφάξουν στην έδρα τους, που διάλεξαν όπως-όπως για διημέρευση. Μη βιάζεστε και θα τα διώξετε και θα τα γυρεύετε ώρες, ενώ τώρα τάχετε συγκεντρωμένα στο μαντρί. Μη ρίχνετε τουφεκιές τώρα και θα γκαβωθήτε.

Των αδυνάτων αδύνατον. Αν δε σε πάρουν στον «αέρα» σαν τους παγανιστάδες που χουγιάζουν το καπρί στο λόγγο, θα σε πουν μειλίχια με τη γλώσσα του οπλοφόρου:

-Καλέ, άντες. Εμείς, κύριος, έχουμε μαγαζιά και βιαζόμαστε να τα' ανοίξουμε. Συ έχεις καιρό και μένεις αργά. Ο,τι πάρουμε, πήραμε. Εμπρός μαρς!

Να τους πεις πάλι: - Παιδιά, ν' αρχίσουμε να κυνηγάμε ακροβολισμένοι από πάνω απ' τα κακοτράχαλα προς τα κάτω, για να τα ρίξουμε προς τα ομαλά. Λογικό βέβαια, μα πάλι θα σε πουν:- Δεν κρατάς τη στρατηγική για ελόγου σου, μπάρμπα! Τα ορτύκια όπως κι απ' όπου να τα κυνηγήσεις, άμα ξετιναχτούν τραβάνε προς τα πυκνά πετώντας ακόμα πάνω απ' το κεφάλι σου και κάτ' απ' τα σκέλια του σκύλου σου. Εδώ είναι ό,τι αρπάξουμε. Ο αρπάξας του αρπάξαντος.

Το πολύ πολύ που μπορεί να γίνει είναι να τους ανοίξεις τα καλά τσιγάρα σου, να τους κεράσεις από ένα και να τους συγκρατήσεις, ώσπου να πιουν το μισό και κείνο σε τρεις νευρικές ρουφηξιές με πέντε φτύματα και «άιντε».

Σωστικό είναι να τους αφήσεις να χυμήξουν στο ορτυκοτόπι «μπάτε σκύλοι και αλέστε» και να τους ακολουθήσεις πίσω από 500 μ. και να καθαρίζεις ό,τι άφησαν με τη βιασύνη τους πίσω, ή να πας στο πειό μακρινό ορτυκοτόπι που πάνε λίγοι και εκεί να δουλέψεις.

Υπάρχουν βέβαια ορτυκοτόπια ασύχναστα ή δευτέρας κατηγορίας, που θα τα ξέρεις όπως είπαμε στην αρχή και εκεί θα κάμης την τύχη σου. Και η τύχη μέτρο δεν έχει. Κερδίζει κάποτε και το άκεφο και αρρωστιάρικο άλογο την κούρσα από το ορθόλαιμο και λουσάτο.

Πειό καλό είναι να κυνηγήσεις το απόγευμα. Τότε αποχωρούν όλοι και μόνος κυνηγάς με το κέφι σου αν αντέχει το σκυλί σου και συ θα βρεις ορτύκια συγκεντρωμένα στις πλαγιές και στα ορτυκοχώραφα, όπως ήταν το πρωΐ. Αυτό όμως όταν πλησιάζει το σούρουπο, οπότε δεν σου μένει και καιρός.

Σύνεργα για το ορτυκοκυνήγι

Το ορτυκοκυνήγι το χαρακτηρίζω σαν ειδικό κυνήγημα και παρακλάδι της όλης κυνηγετικής τέχνης ή επιστήμης, σα θέλετε. Τέτοια παρακλάδια είναι το κυνήγι των γουρουνιών, των υδροβίων, το κυνήγι με γκέγκα κ.λπ.Ενας κυνηγός «απ' όλα» δεν μπορεί να είναι. Ετσι ή ορτυκάς ή γουρουνάς θάναι. Αν τα ανακατώνει όλα, κατορθώνει «λίγο απ' όλα» και κανένα σωστό. Ο ορτυκάς ή ορτυκοκυνηγός αφού πρέπει να ξέρει τόσα και τόσα για τα ορτυκοτόπια, τα περάσματα και άλλα που θα πω παρακάτω και όσα έγραψα παραπάνω και όσα προ ετών αφηγήθηκα πάλι εδώ και όσα και γω δεν ξέρω, θα πάρει την ειδικότητα του ορτυκοκυνηγού.

Τέτοιους συναδέλφους είδα και τους θαύμασα. Η αποκλειστικότητά τους στο ορτυκοκυνήγι τους έκανε άσσους και θαυματοποιούς. Κυνηγάτε μαζί τις ίδιες ώρες και στα ίδια μέρη. Αυτοί θαρρείς έχουν τη χρυσή βέργα και βρίσκουν πενταπλάσια ορτύκια από σένα και απορείς. Εχουν αέρα, ευχέρεια, γνώση και δεν κοπιάζουν όσο εσύ. Η ειδικότης τους εδίδαξε πολλά που αγνοούμε εμείς.

Πρώτα πρώτα τοιμάζονται από καιρό προτού αρχίσει το κυνήγι. Χίλια φυσίγγια τοιμάζουν γιατί όταν αρχίσουν τα περάσματα, δεν προφταίνεις να τοιμάζεις «ριξιές» και να ξεκουράζεσαι. Χρόνο πολύ θέλουν τέτοια γεμίσματα. Και το γέμισμα είναι δύσκολο γιατί γεμίζουν παλιές χαρτούσες πεντέ-ξη φορές ριγμένες. Τις γεμίζουν για να μην στοιχίσουν ακριβά με τα πειο φτηνά υλικά (μαύρο μπαρούτι, τάπες κομμένες από τους ίδιους).

Αν είσαι πλούσιος βέβαια αυτά δεν τα λογαριάζεις, μα η πλειονότης των ορτυκοκυνηγών είναι άνθρωποι φτωχοί και λογαριάζουν ότι το φυσέκι πρέπει να έχει το ένα τρίτο της αξίας του ορτυκιού.

Για σύνεργα γεμισμάτων στο σπίτι δεν κάμνω λόγο. Ολοι πρέπει να τα έχουμε. Ο ορτυκοκυνηγός όμως κάμνει γεμίσματα αδύνατα. Λιγώτερο από 4 γραμμάρια μπαρούτης μαύρης και σκάγια λιγώτερα από 28 γραμμάρια Νο 11, ποτέ όμως μικρότερα από Νο 10, διότι τα ορτύκια σμπαραλιάζονται με χοντρά σκάγια και γερή ριξιά των 2 γραμ. άκαπνης και 30 γραμμ. σκαγίων. Ορτύκι και τρυγόνι έχει διαφορά ό,τι ο λαγός με το αγριογούρουνο. Μαύρη μπαρούτη χρησιμοποιούν οι ορτυκοκυνηγοί από οικονομία βέβαια που ισοφαρίζει τις απώλειες, γιατί τουφέκι που θα ρίξει πάνω από 20 τουφεκιές μαύρης γεμίζει καπνιά και δεν «κόβει». Αφίνει ζωντανά τα ορτύκια και χάνονται ή δεν τραβά καλά πέρα από 30 βήματα. Γι' αυτό η βέργα στο κυνήγι του ορτυκιού είναι απαραίτητη για να καθαρίζεται η κάννη μετά τις 20 ή 25 τουφεκιές. Η άκαπνη 1,5 γραμμ., με 28 γραμ. σκάγια και η γύρω απ' αυτήν ριξιά με ανάλογο τύπο άκαπνης είναι ιδανικά γεμίσματα για ορτύκια.

Το ορτύκι με μια σκαγιωματιά τίθεται εκτός μάχης αδιάφορο αν τρυπώνει και δεν βρίσκεται. Είναι παροπλισμένο πεια και παραδίνεται στην συνέπεια της αξίας της μύτης του σκύλου σου. Αν κελαηδεί λοιπόν η τσέπη σου, να χρησιμοποιείς άκαπνη για να σου λείπουν οι βέργες, τα σκοινιά και τα στουπιά, που εκτός από το μπελά του κουβαλεμού τους, σου προσθέτουν πάνω στο πατιρντί του πυρετού σου την υποχρέωση να επιδοθείς σε λυσίματα όπλου . και ανιαρά καθαρίσματα, ενώ εσύ βιάζεσαι και ο σκύλος σου στριφογυρνά δυσανασχετώντας, επειδή θέλει να κυνηγήσει πάνω στην άκαιρη έμπνευση της επιμελείας του όπλου σου.

Δυο παγούρια και αν βαστά η ράχη σου, ένα τουλούμι νερό να κουβαλάς μαζί σου. Τα ορτύκια κατά κανόνα κυνηγιούνται -πέφτουν για να κυνηγηθούν από την ευγένειά σου- σε ζεστές μέρες. Ο Σεπτέμβριος και Οκτώβριος είναι μήνες που οι νύχτες τους είναι χειμωνιάτικες και οι μέρες τους καλοκαιρινές, καφτερές σαν του Αυγούστου. Ο σκύλος κάθε μισή ώρα διψά και βαραίνει. Για να κυνηγά άνετα, πρέπει να τον ποτίζεις. Και ένα κύπελλο ή πιατάκι καλό είναι νάχεις για να τον ποτίζεις και ν' αφήσεις τις ευκολίες να κάμνεις γούβα τη ρεπούπλικά σου ή την τραγιάσκα σου για να γίνεται γούρνα ποτιστική. Τα κατσιβέλικα αυτά προχειροφτιάγματα είναι επικίνδυνα και όχι μονάχα αντιαισθητικά.

Τουφέκι δωδεκάρι, φίλτατε. Οι πασάδες και μαχαραγιάδες κυνηγούσαν τα ορτύκια με τουφεκά-κια 20 και 26 καλίμπρ. Περήφανο και ιπποτικό βέβαια και άξιο κυνήγι είναι αυτό, μα τέτοιο πνεύμα και να σε συμβουλέψω δε θα αποχτήσεις. Δωδεκάρι λοιπόν δίκαννο ας είναι και βαρύ. Η δεξιά κάννη τέλειος κύλινδρος και ραβδωτή νάναι καλά είναι για να παν τα σκάγια εκεί που δεν σημαδεύεις. Σήμερα υπάρχουν διασπορείς και αναπληρώνουν τη ραβδωτή κάννη που έχει πολλά μειονεκτήματα.

Σε συστήνω στην αριστερή κάννη γερή ριξιά με χοντρά σκάγια για λαγό, πέρδικα και τρυγόνι, που μπορεί να σου τύχει κυνηγώντας ορτύκια. Αυτήν θα την χρησιμοποιείς μόνο γιαυτά. Είμαι οπισθοδρομικός στο ζήτημα αυτό. Ντουμπλέ στο ορτύκι να τραβάς είναι επιζήμιο. Πρώτα-πρώτα το ορτύκι είναι εύκολο τίρο και πρέπει να το πετυχαίνεις με την πρώτη. Αν ρίξεις ντουμπλέ μια σε ένα και μια σ' άλλο ορτύκι και σκοτωθούν, η φασαρία της ευρέσεως ή του απορταρίσματος είναι μεγαλύτερη από το ξετίναγμα άλλου ορτυκιού, λίγο παραπέρα. Για να βγαίνουν δυο-δυο τα ορτύκια, θα πει πως υπάρχουν πολλά και τα πολλά καλά είναι να μαζεύονται «φασούλι με φασούλι. Αυτό είναι προσωπική μου γνώμη από πείρας.

Πολλές φορές γυρεύοντας τα δυο έχασα και το ένα και λαγό και άλλα ορτύκια που έβγαιναν στο αναμεταξύ. Αν όμως ο τόπος δεν κρατεί πέρδικες και λαγούς, ευνόητο είναι νάχεις και στις δυο κάννες ψιλές ορτυκίσιες ριξιές. Για μας εδώ αυτό δεν ενδείκνυται. Και αγριογούρουνο μπορεί να βγάλεις κυνηγώντας ορτύκια στα βαθύτερα ορτυκοτόπια μας. Γιαυτό οι καθαυτό κυνηγοί στο φυσεκλίκι τους πάντα στην άκρη άκρη έχουν ένα φυσέκι με σφαίρα και ένα με σφαιρίδια.

Εκείνα τα λουριά με τους κρίκους ή τα σκοινιά με τις θηλειές που περνούν τα σκοτωμένα πουλιά απ' το κεφάλι και ταλαντεύεται η αρμαθιά μια στα γόνατα και μια στα μεριά, είναι απόβλητα. Τα σκοτωμένα κυνήγια δεν είναι χταπόδια που θέλουνε «σγούρισμα». Οσο τα χτυπάς και τα συμπιέζεις, τόσο προχωρούν στην σήψη και το βρώμισμα. Αφήνω τις λιγδιές που πασαλείβουν τα παντελόνια. Το σκοτωμένο κυνήγι θέλει περιποίηση ώσπου να φαγωθεί και ύστερα ό,τι θέλει ας γίνει στα άντερά μας. Το ορτύκι ειδικά είναι πουλί με πάχος και πλαδαρό κρέας. Αν χτυπηθεί, στα γόνατά μας, χαλάει.

Θέλει πλεμάτι έξω από το σακκίδιο και για να μη λερώνεται η τσάντα, καλά είναι να φοδραριστεί απ' έξω με ένα κομμάτι μουσαμά ή νάυλον μεταξύ του διχτυού και της τσάντας. Στην Πόλη, που κυνηγούν συστηματικά τα ορτύκια, οι κυνηγοί παραγγέλνουν σε γύφτους καλάθια για την πλάτη, που μοιάζουν με τους ψεκαστήρες των αμπελουργών. Ενα τέτοιο σύνεργο για τα ορτύκια είναι μοναδικό εξάρτημα για τον καθαυτό ορτυκοκυνηγό, τέλειος ορτυκοτροβάς.

Οπωσδήποτε ένα σακκίδιο κρεμαστό αριστερά για το πρόχειρο τοποθέτημα των ορτυκιών είναι απαραίτητο. Σε κάθε ορτύκι που θα σκοτώνεις αν κατεβάζεις το σακκίδιο της πλάτης για να το ρίξεις μέσα, είναι τρανή ματαιοπονία.

Αφού σκοτώσεις πεντέξη, τότε αδειάζεις το μικρό σακκίδιο στο μεγάλο της πλάτης. Κάτι γιλέκα με τσέπες και φυσεκλίκια μπροστά και σακκούλα πίσω, που φιλοτεχνούν οι εφευρετικοί ραφτάδες και μας τα λανσάρουν οι φίλοι μας και τρέχουμε πατείς με πατώσαι να τα παραγγείλουμε, δεν είναι για ορτύκια. Πρώτα είναι βαρειά για φόρεμα μέσα σε καφτές μέρες και δεύτερον λιγδώνουν και ματώνονται έτσι, που η σκλάβα μας δε μπορεί να τα καθαρίσει με ένα γκαζοτενεκέ τρινάλ.

Προνομιούχος είσαι αν έχεις, από πίσω σου τον τορβατζή σου. Ο μαχαραγιάς έχει τον αράπη του, εσύ το γιόκα σου ή κανένα εθελοντή ή αξιολύπητο φίλο σου. Σε ακολουθεί ο ζαβαλής δειλός και αμύητος. Του φορτώνεις τα σακκούλια, τα φυσέκια -που θά-ναι πολλά- τα παγούρια και όλα τα συμπαραμάγκαλά σου για να του δώσεις κάποτε κι αυτουνού το ντουφέκι σου για να ξαφνιστεί και ξιππάσει κανένα πετούμενο. Αν η μοίρα σε ηυδόκησε νάχεις τέτοιον συμπαραστάτη, είσαι ευτυχής, γιατί έχεις δίπλα σου αράπη και ελέφαντα. Τότε ανάλαφρος κυνηγάς και σου απορτέρνουν τα ορτύκια μια ο σκύλος και μια ο υπασπιστής, που συγυρίζει τα αναμαλλιασμένα πούπουλά τους και σου τα κουβαλά κιόλας με τερπνά σχόλια περί του βάρους του ορτυκιού και του χρώματος των ποδαριών τους.

Το καθαυτό και το «εκ των ουκ άνευ» σύνεργο (γράφε συνεργός) του ορτυκοκυνηγήματος είναι ο σκύλος, του πρωταγωνιστού ο πρωταγωνιστής και του αγώνος ο πρωταθλητής. Κυνήγι ορτυκιού δίχως σκύλο θα πει χαρά δίχως κρασί και γάμος δίχως νύφη. Τι λογής πρέπει νάναι ο κύριος αυτός προϊστάμενος δεν χωράει και εδώ να πούμε. Λίγα όμως χρειάζονται για να μη μείνει λειψή η υπόθεις. Ο ορτυκτσής σκύλος πρέπει νάναι δοκιμασμένος. Ο σβέλτος και ζωηρός σαν τους περισσοτέρους πόιντερ είναι απόβλητος. Ο φρόνιμος και σιγανός είναι κατάλληλος που θα τον διαλέξεις από ράτσα τέτοια ή θα τον κάμεις αρμόδιο εσύ, χωρίς να ξέρω αν με το ξύλο ή με τα ζαχαρωτά. Να μην καλπάζει τυρέχοντας «από ρυτήρος». Να μην είναι σιφούνι, παρά χελώνα. Να φερμάρει βλακωδώς, να απορτέρνει και να μην κυνηγά το τουφεκισμένο και μη σκαγιωμένο ορτύκι, να μη μασά και συνθλίβει το πλαδαρό ορτύκι και να σου το φέρνει ζωντανό. Τέτοιος σκύλος δεν κουράζεται κιόλας και σε υπηρετεί ως το μεσημέρι. Αν θες να κυνηγήσεις και το απόγευμα, θάχεις τη ρεζέρβα του.

Δίχως σκύλο κυνηγάς τα ορτύκια μόνο στα ανοιχτά χωράφια. Από τους θάμνους και τα ρέματα μόνο ο σκύλος θα σου παρουσιάσει ορτύκια. Ούτε η πετριά σου, ούτε η φωνάρα σου, ούτε το ταβατούρι σου είναι ικανά να ξετρυπώσουν το ορτύκι όταν κυνηγημένο και τουφεκισμένο κατέφυγε στις θαμνωσιές και όταν έπιασε ζέστη. Ο σκύλος είναι θαυματοποιός. Είκοσι βγάνει αυτός και δυο ο κυνηγός. Δέκα «φτερουγα-ριές» απορτέρνει αυτός και καμμιά δεν βρίσκει ο αφεντικός.


Η διεξαγωγή του ορτυκοκυνηγήματος

Αφού έχεις τα σύνεργα που αναφέραμε στο προηγούμενο, βοηθούς και συνεργάτες, «τα γένεια και τα χτένια, σαραντάμερο χρόνο και παράν» (διότι το κυνήγι του ορτυκιού είναι το δαπανηρότερο όλων των συγγενικών λειτουργημάτων) και αφού ντρεσαριστείς κι ελόγου σου σε περπάτημα ωρών με φορτίο δέκα οκάδων περίπου (όπλο, φυσέκια, σακκούλια, παγούρια), αν σου λείπει ο «αράπης», «ως συνήθως», τότε επιδίδεσαι στο κυνήγι των ορτυκιών για μεγάλα βέβαια νούμερα, για να κορεσθή το κυνηγετικό σου μένος και για να χορτάσης με πεσκέσια τους φίλους και κουμπάρους σου, ευφημιστικά διεγείροντας σχόλια.

Ξύπνημα πρωινό απαραίτητο. Αν τα ορτυκοτόπια ήταν δικά σου και δεν τα πατούσαν άλλοι ξενύχτηδες συμβλαμμένοι, θα σου έκαμνα τη σύσταση να μπαίνεις στα ορτυκοτόπια κατά τις « η ώρα» και αργότερα ακόμα, για να βρεις τα ορτύκια αποφασιστικά σταλιασμένα, οπότε δεν θα ξεσηκώνονται όλα μαζή, παρά ένα-ένα ή δυό, τα κοντά-κοντά.

Γιατί γνώριζε, αν δεν το ξέρεις, μια και ως τώρα δεν το είπα: Οταν είναι πρωί τα ορτύκια δεν είναι που ξετινάζονται δίχως ζόρισμα παρά έχουν και την εξής ιδιότητα. Οταν τιναχτεί ένα ορτύκι και το δίνει στο φευγιό όσα ορτύκια βρίσκονται λαγιασμένα κατά μήκος της διαδρομής του, σαν «από συνθήματος» ξεσηκώνονται και το ακολουθούν. Ετσι αδειάζει μια μεγάλη ζώνη από το ορτυκοτόπι. Δεν συμβαίνει δηλονότι το πρωί να φεύγουν τα ορτύκια πούναι γύρω σου και να μη στέκουν στη φέρμα. Ενα φτερούγισμα φευγαλέου ορτυκιού δίνει το συναγερμό και ξεγυμνώνεται το ορτυκοτόπι. Μένουν μερικά στις άκρες που νομίζουν ότι βρήκαν καλό καταφύγιο.

Και στις πέρδικες συμβαίνει αυτό. Μα αυτές είναι ένα κοπαδάκι συγκεντρωμένο και με το τρανταχτερό φτερούγισμα μπορεί να τιναχτεί όλο το κοπάδι και να πετάξει προς μια κατεύθυνση. Τα ορτύκια πετούν προς όλες τις διευθύνσεις και το ένα παρασέρνει το άλλο, σε σημείο που ενώ σ' ένα ορτυκοτόπι 50X50 μ. ζαρώνουν εκατό ορτύκια, θα απομακρυνθούν προς όλες τις κατευθύνσεις και προς τα γύρω πυκνά μέρη τα 80 τουλάχιστον.

Αν ψηλώσει όμως ο ήλιος και πιάσει η ζέστη, αυτό δε γίνεται. Κάθε ορτύκι ακούει τον εαυτό του. Αν πετάξει, σπάνια παρασέρνει τα άλλα. Προτιμά να ζαρώνει και να πιστεύει ότι θα ξεγελάσει σκύλο και κυνηγό. Λουφάζει με ανοιχτά μάτια καθισμένο σαν αυγό σ' ένα τσαλάκι και πολλές φορές βασανίζει το σκύλο τον αναγκάζει να κλώθει γύρω του κύκλους, να το 1 φερμάρει απ' όλες τις μοίρες του κύκλου και να μην τινάζεται. Εχει μάλιστα το θράσος να κλωθογυρνά έχοντας την ουρά προς το σκύλο και το κεφάλι προς το ελεύθερο μέρος, για να πετάξει όχι κατά-μουτρα προς το σκύλο.

Γίνεται δηλαδή κάτι σαν τον ποντικό μες την παγίδα όταν φερμάρει απ' έξω ο γάτος. Τόσο βαρύ γίνεται το ορτύκι στη ζέστη και δε θέλει να πετάξει, ενώ βλέπει σ' ένα μέτρο κοντά και τον εχθρό του σκύλο. Γι' αυτό οι διάφοροι σφενδονάδες και ροπαλοφόροι κυνηγούν τα ορτύκια τα μεσημέρια και τα σκοτώνουν κατάχαμα, καθώς τα βλέπουν να ζαρώνουν απρόθυμα για φευγιό.

Η φιλοσοφία του κυνηγήματος του ορτυκιού από σοβαρό και ειδικευμένο κυνηγό με σκύλο, συνοψίζεται με το νόημα του αρχαίου γνωμικού: «Σπεύδε βραδέως». Θα κυνηγήσεις το ορτύκι, φίλε μου, με βήμα σημειωτόν. Πάνω - κάτω, δεξιά - αριστερά, πίσω -μπρος, πάνε - έλα. Αυτό είναι η τέχνη του. Ετσι ψάχνοντας δέκα στρέμματα χωραφιού μπορείς να ξετρυπώσεις 50 ορτύκια, ενώ βιαστικά περνώντας σα σιδερόδρομος σε 40 στρέμματα δε βγάζεις ούτε τα μισά.

Με τον τρόπο αυτό πατάς σταθερά στη γη και είσαι σε θέση να κυβερνήσεις το ντουφέκι σου και να σκοπεύεις σταθερά και αβίαστα.

Γιατί, μη νομίσεις πως επειδή το φυσέκι σου έχει 1.500 σκάγια μέσα του μπορείς να μπρουμυτίζεις με το «μπαμ» το πουλί. Θέλει κι αυτό σημάδεμα όπως κάθε θήραμα, όχι την ιδέα ότι «ανοίγουν τα σκάγια και θα το πιάσουν». Ξέρω κυνηγούς που ευκολότερα σκοτώνουν το λαγό, παρά το ορτύκι. Πετά βέβαια, σαν πέρδικα ίσια, μα είναι μικρός στόχος και δε θαρρώ ότι πετά πειό αργά από την πέρδικα. Εκτός απ' αυτό έχει το μειονέκτημα να παρασέρνεται από τον αέρα, που συνήθως φυσά - με τα ισχυρά μελτέμια πέφτουν τα πολλά ορτύκια - και σε ξεφεύγει από τη «μίρα» όταν πιέζεις την σκανδάλη.

Επειτα, πετάγεται πολύ κοντά σου και το τουφεκάς κοντά (7-10 μ.) που τα σκάγια σου δεν άνοιξαν πολύ για να το τυλίξουν έστω και ένα δάχτυλο αριστερά ή δεξιά κακοσημαδεμένο. Το να συνηθίσεις να εκτιμάς την απόσταση του ορτυκιού και να κρατιέσαι και να πατάς τη σκανδάλη στα 18-22 μέτρα είναι τέχνη αποχτημένη από πολλή πείρα. Με τέτοια δεξιότητα έχεις επιτυχία 90%. Αλλοιώς, αν τουφεκάς στα 8-10 μ. και ευστοχείς ακόμα, κομματιάζεις το ορτύκι και το παίρνεις κουρέλι. Τέτοιο ορτύκι συχαίνεται και ο σκύλος και δεν το απορτέρνει.

Αν τουφεκάς σε απόσταση 30-35 μ. και είναι η ριξιά σου μικρή (1,5 με 28 γραμ. σκάγια ή ανάλογη με μαύρη μπαρούτη) έχεις απώλειες από τη διασπορά των σκαγιών και τα μη θανατηφόρα τραύματα, όταν μάλιστα το τουφέκι σου είναι λερωμένο από τις καπνιές του μαύρου μπαρουτιού. Τα ψιλά σκάγια άλλωστε που θέλει το ορτύκι - Νο 10, 11 - δεν έχουν στα 35 μ. δύναμη διατρητική. Τραυματισμένο ορτύκι σε παιδεύει πολύ για να το βρεις, όχι μονάχα στις θαμνουριές παρά και σε καλαμιά χωραφιού με αγκαθιές ζιζανίων.

Κοντά σ' αυτά, ώρα είναι να τα πω, για τελευταία φορά, εν γνώσει μου ότι θα επισύρω την ειρωνεία σου και τους χαρακτηρισμούς που δεν επιθυμώ. Είμαι ενάντιος στους «ντουμπλέδες» για τα ορτύκια. Οχι γιατί δεν αναγνωρίζω ότι αυτό είναι το κορύφωμα της επιτυχίας σου και η εικόνα της τελειότητός σου, ως σβέλτου και ως επιδεξίου σκοπευτού. Ο ντουμπλές (και εννοώ το τουφέκισμά σου σε δυό ορτύκια, ένα απ' εδώ και άλλο απ' εκεί και όχι το δευτέρωμα της πρώτης σου αστοχίας στο ίδιο ορτύκι, που είναι, για να τα πούμε ρεαλιστικά, δεύτερη μούντζα στην πρώτη σου αστοχία) ο ντουμπλές είπα, στα ορτύκια είναι χασομέρι ενώ θα έλεγε κανείς ότι είναι κέρδος και χρόνου οικονομία.

Αν κυνηγάς σε απλωτό και καθαρό χωράφι, σου το συνιστώ και ενδείκνυται όταν δυό ορτύκια φεύγουν το ένα πίσω από το άλλο προς την ίδια περίπου κατεύθυνση ή κάμνουν μια μικρή γωνία 10 ή 20 μοιρών από το μάτι σου και την κατεύθυνση που παίρνουν. Τότε τα ορτύκια θα πέσουν κοντά - κοντά και θα τα βρεις γρήγορα. Αν όμως κυνηγάς σε πουρναρότοπους και τουφεκίσεις ένα ορτύκι προς την Ανατολή και το άλλο προς τη Δύση, τότε ή θα βρεις μόνο το ένα αν καρφώσεις το μάτι σου και σημαδέψεις το μέρος που έπεσε και τρέξεις αμέσως να το πάρεις, ή θα τα χάσεις και τα δύο.

0 σκύλος σου για να σου βρει δυό ορτύκια σε τέτοιες πυκνούρες που δεν υπάρχουν διάδρομοι για να τους ανιχνεύσει και να πάρει μυρωδιά, και πηδά πάνω από τους θάμνους και πατά επάνω τους, θα χασομερήσει τόσο όσο δε θα χασομερούσε αν σε οδηγούσε σε νέους ντορούς ορτυκιών.

Λογάριασε ακόμα την δυσμενή ψυχολογική επίδραση που προξενεί η αγωνία σου και η βιασύνη να κυνηγήσεις τη στιγμή που συ με το σκύλο σου ψάχνεις να βρεις ένα κτυπημένο θήραμα που το είδες να πέφτει με την τουφεκιά σου και ο σατανάς να σου το εξαφανίζει με μυστηριώδη παρέμβασή σου. Θυμώνεις και φουρκίζεσαι, τρέμεις και βρίζεις, επιμένεις και δε φεύγεις. Κουράζεις και το σκυλί με τις παραινέσεις σου να ψάξει, ενώ αυτό συλλαμβάνει άλλες μυρωδιές και απομακρύνεται από τον τόπο που ζητείς το «χαμένο».

Ξεπετούν κιόλας τότε και άλλα ορτύκια και δεν τα τουφεκάς, γιατί είσαι σκυμμένος και δεν κρατείς ανάλογη στάση για τουφέκισμα. Τρίζεις τότε και τα δόντια και τα νεύρα σου ανάφτουν. Τουφεκάς και κανένα πάνω στη νευρικότητά σου. Δεν πέφτει. Η οργή σου στο κατακόρυφο υψώνεται και γκρεμίζεται η αυτοπεποίθησή σου. Γι' αυτό προτιμώ να σε συμβουλέψω να μη ρίχνεις ντουμπλέδες στα ορτύκια. Πες στο κάτω -κάτω ότι κρατείς μονόκαννο και μ' αυτό κυνηγάς.

Λίγος σου μένει χρόνος για να κυνηγήσεις ορτύκια. Αν κυνηγάς πρωί, έχεις μπροστά σου χρόνο, μα όσο αυτός προχωρεί, τόσο η συγκομιδή ελαττώνεται. Αυξάνει η ζέστη και η κούρασή σου μαζή και του σκύλου. Και τα ορτύκια δυσκολώτερα βγαίνουν ή είναι αραιά από το ξάφρισμα που τους έκαμαν οι κυνηγοί ή από την πρόνοια που έχει το κεφαλάκι τους να κρύβωνται καλλίτερα, διαλέγοντας ασφαλέστερα καταφύγια.

Αργά και σίγουρα

Το κυνήγημα με βήμα προς βήμα είναι το ενδεδειγμένο κυνήγι για το ορτύκι. Τρέχοντας απ' εδώ και απ' εκεί για να βρεις μαζεμένα τα πουλιά και ν' αρπάξεις όσα προφτάσεις, κάμνεις το κακό να κουράζεσαι και να μη μένεις ικανοποιημένος από κανένα ορτυκοτόπι. Να ξαναγυρίσεις πάλι πίσω σε κάποιο μέρος που πέρασες προτήτερα και δεν σε ικανοποίησε, είναι αδύνατο στην απληστία σου. Επειτα σκέψου και τούτο: Το σιγανό περπάτημα και το άρρυθμο, ξαφνίζει το θήραμα και το ξεπετά. Το ρυθμικό και βιαστικό δεν ταράζει πολύ το λουφαγμένο θήραμα, που παρακολουθεί το γδούπο της περπατησιάς σου και λέει: - Κάποιος περνά απ' εδώ ίσια και ας τον αφήσω να περάσει.

Το διακεκομμένο βήμα παραφοβίζει το θήραμα και ξεπετιέται, γιατί λέει: - Κάποιος έρχεται ύπουλα κατευθείαν σε μένα και σταματά και με γυρεύει επίτηδες και επισταμένα. Ας το σκάσω. Και τινάζεται να φύγει, πράμα επιδιώξιμο και επιθυμητό για τη δράση του κυνηγού.

Επειτα λογάριασε και το σκύλο σου. Αυτός θέλει να σαρώσει όλο το έδαφος και να το ψάξει. Του χτυπούν τη μύτη μυρωδιές απ' όλους τους ανέμους και θέλει όλες να τις ψηλαφίσει για να ικανοποιήσει το πάθος του, την περιέργειά του και να βεβαιωθεί τι ήταν αυτό που τον ενοχλούσε. Η δουλειά αυτή θέλει χρόνο και υπομονή και θα τα κάμεις χάριν του σκύλου σου, που θα σε αμείψει, παρ' όλα τα χασομέρια αυτά. Αλλοιώς μην παίρνεις σκύλο μαζή σου.

Μια άλλη λεπτομέρεια, στη λειτουργία του κυνηγήματος του ορτυκιού, έχω να προσθέσω. Είναι και αυτή οπισθοδρομική και θα έχω την καταλαλιά σου, συνάδελφε. Σε αποτρέπω να τουφεκάς ορτύκι που περνά σταυρωτά «τραβέρσα» τουφεκισμένο από άλλον ή και συμπτωματικά πετούμενο. Για να ολοκληρωθεί μια καλή σκόπευση σε ένα θήραμα από τον σκοπευτή κυνηγό, όσο και αν είναι αυτός ταχύς και σβέλτος, μεσολαβεί ένας χρόνος 2-4 δευτερολέπτων. Αν το ορτύκι περνά «τραβέρσα», όπως λέμε, φραγκολεβαντίνικα, στο χρονικό αυτό διάστημα διαγράφει μια τροχιά ενός τετάρτου κύκλου ή μισόν κύκλο αν πετά σε απόσταση 10-15 μέτρων από κοντά σου.

Σκοπεύοντας ένα τέτοιο ορτύκι, το σκοπεύεις έξω από τον χώρο που απλωνόταν μπροστά στα μάτια σου και που ήταν το «πεδί-

ον βολής» σου. Εξω απ' αυτό το «πεδίον» δεν ξέρεις τι έχει. Μπορεί να βρίσκεται ο σκύλος σου, ο συνώνυμος άλλου κυνηγού, ο τσαντατζής σου, ένας άλλος συ-γκυνηγός, ένας ξυλάς ή γεωργός ή βοσκός. Το δυστύχημα θάναι αναπόφευχτο!

Παρακολουθώντας σκοπευτικά το ορτύκι δεν βλέπεις τίποτε άλλο απ' αυτό και απ' το βροντάρι σου, ενώ όταν τουφεκάς κατευθείαν μπροστά σου, γνωρίζεις προτού επωμίσεις το όπλο σου, τι υπάρχει στην έκταση και προέκταση του μετώπου σου. Κι αυτό, γνώριζε ότι είναι του δικού σου ελέγχου. Μόνο αν, προτού τουφεκίσεις, ερευνήσεις τα γύρω σου και πεισθείς ότι είσαι στον τόπον εκείνο μόνος, τότε τουφεκάς προς όλες τις κατευθύνσεις και τις «τραβέρσες».

Μα αυτό στα ορτύκια δεν συμβαίνει. Οι κυνηγοί και τα σκυλιά τους αλωνίζουν αφηνιασμένα και σου ξεφυτρώνουν κάθε ώρα και στιγμή σαν φαντομάδες, όσο και αν απεχθάνεσαι την παρουσία τους και αποφεύγεις την «καλημέρα» τους. Γι' αυτό χάλασα αυτές τις γραμμές και είπα πολυειπωμένα πράματα. Το ορτικοκυνήγι είναι κυνήγι ομαδικό ή καλλίτερα, αναγκαστικά γίνεται ομαδικό γιατί όλοι οι κυνηγοί ενός συνοικισμού βγαίνουν προς τα ορτυκοτόπια, που είναι καθορισμένα, όπως και εσύ. Για να τους αποφύγεις είναι αδύνατο, εκτός αν κυνηγάς καταμεσήμερα, οπότε αποτραβιούνται οι περισσότεροι από κούραση και για ανάπαυση.

Επειτα, μη λησμονείς και την εξυπνάδα του ρωμιού: Οπου ακούει πολύ τουφεκίδι, εκεί σπεύδει ο ερίφης. Βρήκες μεταλλείο. Σε αφήνει να το εκμεταλλευτείς μόνος, δίχως να γίνει μέτοχος και δίχως να πάρει τη μίζα του; Δεν περνά εδώ το «Μακάριοι οι κατέχοντες» παρά το «κάμε την πάπια και φώναζε σαν κλέφτης, για να φύγει ο νοικοκύρης».


Συντροφιά και παρέα

Από όσα είπαμε για τη διεξαγωγή του ορτυκοκυνηγήματος, καταφάνηκε πως αυτό το κυνήγι είναι ειδικό και sui generis κυνήγημα, και συνεπώς οφείλεις να κάμεις ανάλογες προσαρμογές. Παγάνα δεν κάμνεις τα ορτύκια. Σκουπίζεις ή καταβρέχεις μια στάλα. Δυό μαζί να το κάμνουν αυτό, δεν γίνεται. Μπερδεύονται οι σκύλοι. Βγάζει ο ένας σκύλος το ορτύκι και το περνάει από σένα και το τουφεκάς και θυμώνει ο φίλος. Αν δεν το τουφεκίσεις και του πεις ιπποτικά «δικό σου ήταν» του ξυπνάς την ανύπαρκτη σε παρόμοιες άλλες περιπτώσεις ευγένειά του και σου λέει:

- Γιατί δεν το τουφέκισες, καϋμένε!

Αυτό όμως είναι το πειό λίγο και ανώδυνο. Κακό είναι και επικίνδυνο το ότι το ορτύκι του συναδέλφου σου μπορεί να πετάξει κατεπάνω σου ή προς τον σκύλο σου, οπότε ένας από τους δυό σας θα την πληρώσει. Γι' αυτό το ορτυκοκυνήγι γίνεται «κατά μόνας».

Και να το θελήσεις να το κάμης συντροφιαστά, δεν γίνεται διότι, ας υποθέσουμε ότι τρεις φίλοι ακροβολίζονται σε ένα επίπεδο ορτυκοτόπι και κυνηγούν κατά μέτωπον, με τους σκύλους μπροστά. Του μεσανού συντρόφου ο σκύλος θα πέσει πάνω σε ορτύκι και θα φερμάρει. Ο κυνηγός θα σταθεί. Οι άλλοι τι θα κάμουν; Θα προχωρούν για να βγάλουν και αυτοί ορτύκι. Θα σχηματίσουν τότε μια γωνία με κορυφή τον κυνηγό που περιμένει το αποτέλεσμα της φέρμας του σκυλιού του. Πώς και προς τα πού θα τουφεκίσει τότε αυτός, αφού μπροστά του αριστερά - δεξιά είναι οι σύντροφοί του και τα σκυλιά του δεν ξέρω πού;

Το ίδιο περίπου θα συμβεί και όταν καθυστερήσει ένας ακρινός συγκυνηγός.

Το ορτυκοκυνήγι είναι μυστικιστική ιεροτελεστία. Θέλει μεγάλη προσοχή και προφύλαξη. Τα περισσότερα δυστυχήματα γίνονται σ' αυτό. Οσα ατυχήματα έχω ακούσει ότι έγιναν στη Θράκη από κυνήγια σε 30 χρόνια, τόσα γίνονται κάθε χρόνο στα ορτυκοτόπια της Αλεξανδρούπολης. Δε γράφονται όμως στις εφημερίδες, πρώτον, γιατί είναι ατυχήματα μικρής μορφής - ελαφρά σκαγιώματα χάρις στα ψιλά σκάγια και τις αδύνατες ριξιές - και δεύτερο γιατί οι δράστες και παθόντες είναι φίλοι και ο ένας σκεπάζει τον άλλον από φιλότιμο.

Ξέρω πολλούς κυνηγούς, που ενώ αγαπούν το ορτυκοκυνήγι, δεν κυνηγούν τα ορτύκια, μόνο και μόνο από τον φόβο αυτό.

Ούτε δυό - δυό ακόμα μπορούν να κυνηγήσουν τα ορτύκια. Η κουβέντα τους ζημιώνει. Τους ξεφεύγουν τα ορτύκια ατουφέκιστα, χωρίς να το καταλάβουν.

- Δικό σου ήταν!

- Νόμιζα πως εσύ θα το τουφεκούσες.

- Μα το σκυλί σου ήταν μπροστά!

-  Δίπλα σου βγήκε και φοβήθηκα.

Τέτοια λένε και γίνονται. Γι' αυτό συστήνω το «κατά μόνας» και η συντροφιά ας κάμει συντροφιά στην προκαθορισμένη ώρα, κάτω από την πλατανόβρυση που θα ποτισθούν τα σκυλιά και θα μετρηθούν τα «νούμερα» με υπεργυναικίσια φλυαρία «έτσι εγώ, μου βγήκε, το έριξα, τη φτερουγαριά στο πουρνάρι, ο σκύλος μου, το άτιμο, αλλά».

Αν στην αρχή-αρχή της εξόρμησης σου προς το ορτυκοτόπι υποχρεωτικά πάρεις θέση «κατά μέτωπον», θα κυνηγήσεις έτσι λίγα λεπτά και με την απασχόληση που θα σου παράσχει κάποια φέρμα του σκυλιού σου, ύστερα θα αλλάξεις κατεύθυνση μένοντας πίσω, προχωρώντας εμπρός ή στα πλάγια. Ετσι θα διαλύσεις τη συντροφιά και θα αποφεύγεις κάθε πρόσωπο όταν θα το βλέπεις νάρχεται κατεπάνω σου.

Θα παίζεις δηλονότι κυνηγητό από απόμακρα. Ετσι, άλλωστε, σωστό είναι να γίνεται σε κάθε κυνήγι που θέλει υπερτεταμένη προσοχή και για την επιτυχία του σκοπού του και προς αποφυγήν ατυχημάτων. Η κουβέντα από άλλη άποψη, κουράζει τα πνευμόνια και στεγνώνει το στόμα. Και ο σκύλος ο σεβαστός, την απεχθάνεται.

Tα μη παραλειπόμενα

Τέτοια πράματα συμβαίνουν και πρέπει να γίνωνται στο κυνήγι του ορτυκιού. Εχω να πω και άλλα βέβαια, μα παραβάραινα το φιλόξενο περιοδικό μας και παρασκότισα τον συγκυνηγητή μου, αν μου έκαμε εννοείται την τιμή να με διαβάσει. Ωστόσο θα προσθέσω λίγα ακόμα και θα χαλάσω λίγο χαρτί.

Το ορτυκοκυνήγι, όπως θέλησα να το τοποθετήσω μέσα στην «καθόλου» κυνηγετική μας λειτουργία, είναι ιδιότυπο κυνήγι και συγκροτεί μια θηρευτική ειδικότητα. Ενας κυνηγός που δεν κυνήγησε συστηματικά, κατά τον τρόπο που περιέγραψα το ορτύκι, όσο ικανός και αν είναι, δεν θα τα καταφέρει όπως ένας μέτριος συνάδελφός του, που τα κυνηγά τακτικά στα ορτυκοτόπια.

Ο λόγος δεν είναι διότι δεν ξέρει τις θέσεις των περασμάτων ή τους καιρούς που κουβαλούν από το Βορρά, την Ανατολή και τη Δύση τα ορτύκια και τα καθίζουν στα ορτυκοτόπια, αλλά διότι ο ορτυκοκυνηγός έχει αποχτημένη μια διαφορετική μαστοριά να κυνηγά το ορτύκι. Το πράγμα μοιάζει με τον πολύμαθο μηχανολόγο που σκαρώνει σχέδια μηχανών, δεν έχει όμως την ικανότητα να πιάσει σκεπάρνι και πριόνι και να φτιάξει έναν περιστεριώνα.

Αστείο θα του φανεί του μεγαλοκυνηγού το ξεπέταμα του ορτυκιού μέσα από τα πόδια του, το αργό και ίσιο πέταγμα του και ο εύκολος στόχος του. Και όμως: θα πάθει ό,τι έπαθε ο Αισώπειος λαγός με τη χελώνα στον αγώνα της ταχύτητος. Αστείο μπορεί να φαίνεται το τίρο του ορτυκιού, θέλει όμως και την τέχνη του. Είδα πολλούς σπουδαίους κυνηγούς λαγού, πέρδικας και γουρουνιού. Στα ορτύκια όμως τα θαλάσσωσαν και μόνο που δεν έσπασαν τα σιδερικά τους. Δέκα τουφεκιές, ένα ορτύκι! Δεν γνώριζαν την ψυχολογία - αν επιτρέπεται - αυτού του κυνηγιού και σαν είδαν μια-δυό αποτυχίες τάχασαν ή φρένιασαν και τα στραπατσάρισαν χαιρετώντας τον κομπασμό τους με ντουμπλέδες.

Το ορτύκι, φίλε μου, αν και το λες «κουτορνίθι» σου παίρνει τον αέρα και από τα χέρια σου ακόμα σου ξεφεύγει και το χάνεις. Και από του σκύλου το στόμα, ξεφεύγει και ξαφανίζεται. Νομίζεις πως πετά ολόισια και ότι τα σκάγια σου τα χίλια θα το βρουν. Ξεφεύγει και από τις τρεις χιλιάδες, αν δεν το καλοσημαδέψεις και δεν το τουφεκίσεις εκεί που πρέπει και όπως του ταιριάζει.

Επειτα, μη θαρρείς πως πάντα το πέταμα του είναι ομοιότυπο. Τα πρωινά ορτύκια πετούν ταχύτερα και πειό ανώμαλα. Τα μεσημεριάτικα αργά, ίσια, αλλά σου βγαίνουν από τα πόδια και δεν έχεις υπομονή να κρατηθείς ώσπου να απομακρυνθούν και να τραβήξεις τη σκανδάλη, τα χάνεις ή τα κομματιάζεις.

Τα ορτύκια με δυνατό μελτέμι, πετούν σαν παλαβά και κάμνουν τους μαιάνδρους της μπεκάτσας ή χειρότερα τσαλίμια. Τα ορτύκια που κυνηγάς από τον ανήφορο του ορτυκοτοπιού προς τον κατήφορο, θέλουν άλλη ρέγουλα. Τα ορτύκια που τρύπωσαν στα σφιχτά και τα ξετινάζει ο σκύλος, παρουσιάζουν άλλα ζόρια. Τα ορτύκια μέσα σε δεντρόσπαρτο τόπο - ελαιώνας - θέλουν άλλα μέτρα.

Επειτα, υπάρχουν περιπτώσεις που τα ορτύκια περπατάν γύρω σου βλέποντάς σε και δε στέκουν να τα φερμάρει ο σκύλος. Τον ξεγελούν θαυμάσια και απορείς. Δίνουν στο σκύλο μια μυρωδιά και την φερμάρει. Υστερα τρέχουν σε άλλη κατεύθυνση, πίσω σου, και ξετινάζονται απ' εκεί. Κάποτε λουφάζουν μέσα σ' ένα μικρό αλλά σφιχτό θαμνάκι και δεν χαμπαρίζουν από τη φέρμα του σκύλου σου, έστω κι αν σκάσει αυτός γουρλωμένος κατά πάνω τους. Πατείς το θάμνο και δε βγαίνουν! Τέτοια ορτύκια για να σκοτωθούν, θέλουν τέχνη. Πολλά ορτύκια καταδέχονται να μπουν στο στόμα του σκύλου, παρά ν' ακούσουν την τουφεκιά σου.

Λογιών των λογιών χουνέρια σου κάμνουν τα «κουτορνίθια» και πρέπει να τα ξέρεις. Απ' όλα το χειρότερο είναι όταν περπατάνε συνέχεια και δε μπορεί ο σκύλος να τα καθηλώσει στη φέρμα του. Αυτά τα ορτύκια δεν είναι το είδος τους τέτοια, όπως κατάλαβα αλλά η δροσερή μέρα τα σπρώχνει σ' αυτό ή η πρόσφατη έλευσή τους - πρωινό πέσιμο - ή η ξεκουρασιά τους, από τον λόγο ότι δεν έκαμαν από βραδύς μακρυνό ταξείδι και ήρθαν από κάποιο σταθμό του εσωτερικού κοντινό.

Ορτύκια κουρασμένα ή βρεγμένα από τη βροχή, κατά κανόνα στέκουν στη φέρμα του σκύλου και δύσκολα πετούν. Τα φετεινάρια ορτύκια που περνούν κάπως αργά, είναι δυσκολότερα στο τίρο τους. Τα παλιά είναι πειό βολικά. Οι ορτυκοκυνηγοί που τα βλέπουν αυτά, βγάνουν τη γνώμη ότι τα ορτύκια είναι «ράτσες» μα στο ζήτημα αυτό εγώ δε μπορώ να προχωρήσω.

Σκυλιά και ορτύκια

Mα και ο σκύλος σου, φίλτατε, πρέπει νάναι ορτυκτσής. Σκύλος που κυνήγησε χρόνια συνέχεια πέρδικες, στα ορτύκια θα πάθει κάποιο τρακ σαν και σένα. Δεν λέω πως δε θα τα μυρίζεται. Το ορτύκι δίνει περισσότερο ντορό στα σκυλιά, μα επειδή ακριβώς θα γίνεται αυτό, ο σκύλος θα ψευτοφερμάρει και θα σε ξεγελά. Σκύλος που κυνηγά συνέχεια ορτύκια μαθαίνει τα τερτίπια αυτά και προσαρμόζεται. Προσαρμόζει και σένανε και αποχτάτε και οι δύο μιαν ειδικότητα στην συνεργασία και το αποτέλεσμα.

Αυτά δεν είναι φαντασίες, είναι δοκιμασμένα πράματα και σαν θες, μην τα πιστεύεις ή νόμιζε τα σχολαστικότητες που δε σου χρειάζονται. Ο έμπειρος σκύλος, αλλοιώς πάει στο ορτύκι, αλλοιώς στο λαγό και διαφορετικά στην πέρδικα και μπεκάτσα. Κάθε θήραμα διαφορετικά το μυρίζεται, διαφορετικά το ψάχνει και οι κινήσεις του, οι φέρμες του, το σκύψιμο και το ψαχούλεμα του χναριού, το περιεργάζεται διαφορετικά.

Στο ορτύκι πάει σειρά και το ψάχνει περισσότερο στον αέρα. Την πέρδικα, αν περπατήσει ή περπατάει, την κυνηγά νευρικά και ξέφρενα. Του λαγού το χνάρι το μυρίζεται, κοντοστέκει και το μελετά. Το χνάρι ενός μικρού πουλιού, που δεν κυνηγάμε, ο σκύλος ο καλός, βέβαια και μαθημένος, το αντιλαμβάνεται και το αντιπαρέρχεται. Κάθε θήραμα συγκινεί και ερεθίζει το σκύλο μας διαφορετικά. Αυτό θα το μάθει ο κυνηγός όταν κυνηγά πολλά χρόνια δίχως ν' αλλάζει σκυλιά σαν τα πουκάμισα και μας χρειάζεται πολύ αν κυνηγάμε σε τόπους που έχουν ποικιλία κυνηγιού, όπως είναι τα κυνηγοτόπια της Βορείου Ελλάδος.

Θα αναγκαστούμε πρώτα -πρώτα από τα καμώματα αυτά του σκύλου ν' αλλάξουμε φυσίγγι, με ανάλογα σκάγια και δεύτερον πρέπει να πάρουμε θέση ανάλογη - ψήλωμα, ανοιχτό μέρος για τουφέκισμα λαγού, κ.λπ. - Αυτά όμως εδώ για να τα πω παραγίνεται. Μιλάμε για ορτύκια. Ο σκύλος, λοιπόν, διαφορετικά μυρίζεται το ορτύκι και το ψάχνει ράθυμα και με μαεστρία. Γι' αυτό πρέπει να τον προσέχεις σε κάθε του βήμα, για να δράσεις ανάλογα.

Στα ορτύκια ο σκύλος σου δίνει άνεση και δεν υπάρχει κυνήγι που να κυνηγά καλλίτερα απ' αυτό. Ο ορτυκτσής σκύλος ειδικεύεται από τις συχνές επαναλήψεις ομοίων περιπτώσεων και γίνεται άσσος και επαγγελματίας. Γι' αυτό συχνά, όταν γράφω περί σκύλων εξασκήσεως, κραυγάζω ότι το ορτύκι είναι μοναδικό φροντιστήριο με επιτυχίες εκατό τοις εκατό.

Περί φέρμας

Μια που γύρισεν ο λόγος για σκύλους και κυνηγήματα, ας κάμω λόγο για τη φέρμα. Το διθύραμβο της δεν θέλω να κάμω εδώ. Είναι ιδιότητα των σκύλων μας πολύ τραγουδημένη και χιλιοφωτογραφημένη. Τη θεαματικότητά της, οι αισθητικοί την θεοποιούν. Οι πρακτικοί ενδιαφέρονται ο σκύλος να φερμάρει, αδιάφορο αν αυτό το κάμνει με ίσια ουρά και σηκωτό το πόδι, ή ξαπλωτά, ή με μια άγρια γκριμάτσα όπως ο γκριφόν.

Ολα της φέρμας τα σκυλιά φερμάρουν. Η διαφορά είναι ότι άλλα στέκουν μαρμαρωμένα όσο στέκει στο γιατάκι του το θήραμα και άλλα βιάζονται και θέλουν να χυμήξουν προς το θήραμα. Καλλίτερο προσόν είναι το πρώτο. Τα πόιντερ έχουν τη χάρη αυτή που ισοφαρίζει τη βιασύνη τους και το απόμακρο ψάξιμο τους.

Νομίζουν μερικοί ότι με τη φέρμα του ο σκύλος καθηλώνει, ακινητοποιεί και δεσμεύει το θήραμα και καλεί με την ουρά του το αφεντικό του «έλα και βάρ' το». Η φέρμα είναι μια φυσική ενέργεια του σκύλου, που την κάμνει όταν αντιληφθεί από την οσμή το θήραμα ή και με τα μάτια του κάποτε, αν δεν μεσολαβήσει η μυρουδιά. Την κάμνει δε, όχι γιατί έτσι διδάχθηκε, αλλά γιατί θέλει να χυμήξει προς το θήραμα για να το γραπώσει ή για να πάρει τη θέση, - όπως οι αθληταί στην αφετηρία τους - την κατάλληλη να αρπάξει το θήραμα αν τολμήσει να ξεμυτίση από το γιατάκι του.

Η φέρμα, λοιπόν, δεν διδάσκεται. Διδάσκεται όμως ο σκύλος να μην ορμά πάνω στο θήραμα όταν τινάζεται και αυτό με πολύν κόπο και μέχρις ενός σημείου, από τεχνίτες που είναι ειδικοί για ντρεσάρισμα σκύλων και που λείπουν από τον τόπο μας. Ο σκύλος κυνηγά, φίλτατε, για λογαριασμό του. Αν μας κάμνει χάρες, το κάμνει γιατί αλλοιώς δεν μπορεί να κάμει ή γιατί ξέρει ότι υπάρχει και ξύλο, λ.χ. για το φάγωμα του θηράματος, που ευτυχώς ελάχιστοι σκύλοι το κάμνουν και δεν το κάμνουν πάλι για τον λόγο ότι ο κυνηγετικός σκύλος από δίαιτα χιλιετηρίδων κοντά στον άνθρωπο, έχασε το φυσικό του να τρώει ωμά κρέατα. Η φέρμα, λοιπόν, του σκύλου, είναι η στάση του ψαρά με το πεζόβολο, που έχει το νου και το μάτι του στα συγκεντρωμένα ψάρια, για να το ρίξη.

Οι πολύ σχολαστικοί στη φέρμα σκύλοι, δεν είναι και προσοντούχοι. Σχολαστικούς εννοώ εκείνους τους σκύλους που ψαχουλεύουν κάθε χνάρι θηράματος, στέκουν, σκύβουν και εξετάζουν μια μια μυρωδιά και ψευτοφερμάρουν και προχωρούν και πάλι φερμάρουν. Στα ορτύκια τέτοια λεπτολογήματα ο σκύλος αν κάμνει, δεν είναι καλός. Θα πει πως δεν ξεκαθάρισε μέσα του το αντικείμενο που κυνηγά, το ορτύκι και ταλαντεύεται στα χνάρια της χελώνας ή γουστερίτσας ή κατσαρίδας και σπουργιτιού.

Ο ορτυκτσής σκύλος, είναι ειδήμων.

Με λίγους γύρους, τραβά ίσια στο ορτύκι και το φερμάρει στο γιατάκι του και δεν τον χασομερνούν οι περπατησιές του ορτυκιού. Τέτοιος θα γίνει κάθε σκύλος, όταν κυνηγά πολύν καιρό στα ορτυκοτόπια ορτύκια.

Κανένα θήραμα δεν δίνει στο σκύλο τόσες ευκαιρίες, όσες το ορτύκι. Και οι ευκαιρίες αυτές, απανωτές, προσφέρουν στον φαβορί σου όλες τις περιπτώσεις να επιδείξει όχι μόνο την αξιωσύνη του παρά και τις φιγούρες και τα σκέρτσα του που καθένα έχει και το νόημα του που ο κυνηγός πρέπει να τα ξέρει, γιατί ανάλογα μέτρα θα πάρει.

Ετσι, λ.χ. κάποτε ο σκύλος θα φερμάρει ανήσυχα και κάπως με κατεύθυνση κεφαλής ακαθόριστη. Αυτό συνήθως συνοδεύεται με ένα ημικύκλιο - τόξο - που θα κάμει ο σκύλος γύρω από το θήραμα κατά έναν τρόπο σαν να θέλει να περιφράξει το ζαρωμένο θήραμα και να το περιμαντρώσει. Αυτό γίνεται στις περιπτώσεις εκείνες που δυό - τρία ορτύκια μαζί λαγιάζουν εκεί και παλαβώνουν το σκύλο με τους ντορούς των. Φερμάρει σε όλα μαζή χωρίς βέβαια να τα βλέπει και επειδή κάποτε η μυρωδιά του ενός του έρχεται στη μύτη ισχυρότερη, αλλάζει θέση, νομίζοντας ότι περπάτησε το ορτύκι.

Υστερα του χτυπά τη μύτη η οσμή άλλου ορτυκιού, και κινείται και προς αυτό διαγράφοντας τόξο. Ο κυνηγός στην περίπτωσι αυτή πρέπει να τοιμαστεί για ντουμπλέ, να προσέξει όμως τα γύρω του και τον στόχο του. Σ' αυτές τις περιπτώσεις τουφεκίζονται σκύλοι και άνθρωποι και σ' αυτές μαγκέρνονται τα περισσότερα ορτύκια.

Τα 90% των ορτυκιών θα σου τα βγάλει ο σκύλος και απ' αυτά, τα εξήντα με φέρμα και τα υπόλοιπα στο τρέξιμο και στο δρασκελισμό του να πεταχτούν μόνα δίχως να λουφάξουν για να φερμαριστούν από το σκύλο. Εδώ προβάλλει το ζήτημα που πολλές φορές άκουσα να συζητείται: Ποια θέση πρέπει να πάρει ο κυνηγός όταν φερμάρει ο σκύλος του;

Οι περισσότεροι παραδέχονται ότι πρέπει να σταθεί ο κυνηγός απέναντι και φάτσα προς τον σκύλο του, γιατί το ορτύκι θα πεταχτεί, ζορισμένο από το σκύλο, προς τον κυνηγό και ο σκύλος τότε δεν χυμάει για να το κυνηγήσει, ενώ αν ο κυνηγός σταθεί πίσω από το σκύλο, το ορτύκι θα κυνηγηθεί απ' αυτόν και τότε υπάρχει κίνδυνος να φάνε την τουφεκιά σκύλος και ορτύκι μαζή, όπως το είδα πολλές φορές. Σκυλιά, βέβαια, ντρεσαρισμένα τέλεια, που να μην ορμούν παρά όταν πέσει η τουφεκιά, δεν έχουμε.

Στην πρώτη περίπτωση που στέκει ο κυνηγός με μέτωπο προς τον σκύλο, το ορτύκι δύσκολα χτυπιέται, γιατί μόλις πετάξει και αντιληφθεί τον κυνηγό θα κάμει σκαμπανεβάσματα και απότομη στροφή και θα αστοχήσει ο κυνηγός. Στη δεύτερη κινδυνεύει ο σκύλος. Αν πετάξει το ορτύκι αριστερά ή δεξιά, είναι καλλίτερα, μα η αστοχία πάλι έχει πολλές πιθανότητες.

Η ατέλειά μου κατέληξε στα εξής συμπεράσματα: Πρώτα -πρώτα δεν πρέπει να πλησιάζουμε πολύ τη φέρμα. Ο σκύλος φερμάρει το ορτύκι από 2-3 το πολύ μέτρα. Γιατί να πηγαίνουμε στην αντίθετη με το σκύλο μεριά, και να φερμάρουμε και εμείς το πολιορκημένο έτσι ορτύκι; Οχτώ ή δέκα μέτρα πίσω, δεξιά ή αριστερά, από τη φέρμα του σκύλου μας, μας αρκούν για να προφτάσουμε να τουφεκίσουμε εύστοχα. Τότε ξεκαθαρίζουμε καλλίτερα το θήραμα.

Πηγαίνοντας κοντά στο σκύλο, τουφεκάμε το ορτύκι στα 8 ή 10 μέτρα και το σμπαραλιάζουμε. Λίγοι είναι εκείνοι που έχουν την υπομονή να κρατάνε το θήραμα πάνω στην μπούκα του τουφεκιού τους και να μην τραβάνε τη σκανδάλη. Προτιμώ, λοιπόν, να μην πλησιάζουμε πολύ τον σκύλο που φερμάρει. Ούτε συστήνω, και την σπουδή εκείνων που έχουν να τρέξουν και να πάρουν θέση κατέναντι του σκύλου των. Το ορτύκι όπως και νάχει, θα πετάξει ψηλά και θα τουφεκιστεί καλά, αν έχουμε λίγη ψυχραιμία. Μόνο τα τραυματισμένα ορτύκια και σε πολλή ζέστη, πετούν δίπλα στο σκύλο. Οταν μάλιστα κυνηγάμε σε πυκνούρες, τότε οπωσδήποτε ο σκύλος είναι κάτω και το πουλί ψηλά και οι πυκνούρες κανονίζουν την κατεύθυνσι του πετάγματος και όχι η μούρη του τεντωμένου στη φέρμα του σκύλου μας.

Επειτα, ας έχουμε υπ' όψη μας ότι κυνηγώντας στην ισιάδα και στην καλαμιά, ένα ποσοστό ορτυκιών θα μας φεύγει ατουφέκιστο, εξ αιτίας της ασυγκρατησιάς και της παλαβωμάρας του σκύλου.


Καμώματα και ιδιοτυπίες

Το ορτυκοκυνήγι το εχαρακτήρισα σαν κυνήγι ιδιότυπο και αναπαυτικό. Ετσι είναι κιόλας. Η εξάσκησή του σε ειδικεύει και καταντά ρουτίνα, που στα τελευταία περάσματα την βαρυέσαι και την αποφεύγεις, μολονότι οι επιτυχίες σου στα τίρα είναι πολλαπλές και σε γοητεύουν. Στα πρώτα περάσματα οι αστοχίες σου είναι πολλές, μα στα τελευταία (οκτωβριανά, νοεμβριανά) τούς παίρνεις τον αέρα, τουφεκάς ψύχραιμα, αποχτάς έναν αυτοματισμό στη βολή και φτάνεις την επιτυχία σου στα 90 και 95 τοις εκατό.

Και όμως το συχνό, καταντά μονότονο και στερεότυπο, που η άστατη ψυχή το βαρυέται και το απομακρύνει. Μα θα το νοσταλγήσης μόλις περάσει λίγος καιρός και δοκιμάσεις τα κεσάτια και τις απελπισίες από την απουσία του ενδημικού. Τότε ξανάρχεσαι στα παλιά και τα αναπολείς. Αδυναμία και αυτό της ψυχής μας!

Υπάρχουν κυνηγοί που ζουν μέσα στα ορτυκοτόπια και δεν τους συγκινεί το κυνήγι αυτό, ούτε και ζηλεύουν τους άλλους που γεμίζουν τα σακκούλια τους. Και τις τουφεκιές που πέφτουν , σαν βροχή, δεν τις συγκρίνουν με τις δικές τους, που ζήτημα είναι αν ρίχνουν μία ή δύο στα άλλα κυνήγια.

Δίκαιο όμως δεν έχουν! Το ορτυκοκυνήγι, αν και δεν έχει περιπέτεια όπως το περδικοκυνήγι, δεν είναι και δολοφονία σε καρτέρι, ούτε έχει τίποτε κοινό με την αναισθησία του παγιδευτή, ή την κτηνωδία του καρδερινά των διχτυών και της ξόβεργας. Τότε τι έχουμε να πούμε για τους ψαράδες της πετονιάς που νύχτες και μέρες χασομερνόύν κρατώντας στο χέρι το σκοινί που έχουν ριγμένο στη θάλασσα!

Αν είσαι παρατηρητικός και λεπτολόγος και σε συγκινεί η λεπτομέρεια, θα ιδής ότι το κυνήγι - του ορτυκιού συγκεντρώνει όλα τα συστατικά του κυνηγιού των άλλων θηραμάτων. Αν δεν έχει μεγάλες πορείες και ανεβοκατεβάσματα βουνών, έχει ορθοστασία ωρών και ατέλειωτο περπάτημα, σιγανό μα κουραστικό. Η προσοχή σου πάντα είναι τεταμένη, γιατί σε κάθε στιγμή είσαι έτοιμος για σκόπευση, ενώ κυνηγώντας λ.χ. με γκέγκα, ζήτημα είναι αν μια ή δυο φορές θα τοιμαστής για να επωμίσεις το βροντάρι σου.

Επειτα, αν καλοεξετάσεις, το ορτύκι δεν είναι τόσο κουτό όσο το νομίζουμε και το κυνήγι του . αν στις γενικές γραμμές φαίνεται στερεότυπο, στις λεπτομέρειες είναι πολύ πρωτότυπο και μυστηριώδες. Εχει φάσεις πολλές που δεν τις παρουσιάζει το κυνήγι της πέρδικας και λέω πώς το ορτύκι συγκεντρώνει όλες τις πονηρίες και τα τεχνάσματα των άλλων θηραμάτων, εκτός από γρηγοράδα πετάματος.

Ετσι θα ιδείς ορτύκι να κάθεται χάμω και να σε βλέπει και να σκύβεις για να το πιάσεις και να ξεφεύγει και απ' τα χέρια και από την συνέπεια του ντουμπλέ σου. Απεναντίας θα συναντήσεις άλλο που θα το κυνηγά ο σκύλος σου ανάμεσα από τους διαδρόμους βάτων και πουρναριών κατά το σύστημα του λαγωνικού με το λαγό και θα το φέρει στα πόδια σου και θα ξετινάζεται από τις φτέρνες σου και θ' απορείς πώς βρέθηκεν εκεί.

Θ' αντικρύσεις ορτύκι να περνάει σα βολίδα από μπροστά σου και το τίρο του θα ’ναι δυσκολώτερο από πέρδικα, δέκα φορές. Αλλο πάλι θα ιδείς να πετά ράθυμα μισό μέτρο μπροστά στη μύτη του σκύλου σου, που λες πώς θα το πιάσει.

Οι πονηριές και τα πανούργα καμώματα του ορτυκιού ξεπερνούν τα τερτίπια και τεχνάσματα των άλλων θηραμάτων. Η πέρδικα λόγου χάρη, μπορεί να λουφάξει σε σφιχτό θάμνο και να την φερμάρει πολλή ώρα ο σκύλος και να τιναχτεί, ή μπορεί να το δώσει στα πόδια και να απομακρυνθεί χίλια μέτρα και να την χάσει ο σκύλος. Το ορτύκι δεν απομακρύνεται τόσο, μα κάποτε στέκει μέσα στο θάμνο φερμαρισμένο και δεν πετά, ο κόσμος να χαλάσει. Πατείς το θάμνο και δεν σηκώνεται. Προτιμά να τσαλαπατηθεί, παρά ν' αντικρύσει στ' ανοιχτά το σκύλο και την αφεντιά σου.

Μα και αν τιναχθεί από το θάμνο στην βασανιστική αυτή περίπτωση για το σκύλο και του κυνηγού, θα ξεφύγει την τουφεκιά, γιατί θα πετάξει δολιότατα με κυματισμούς, τσιρίδα και συμβολική κουτσουλιά. Το ξεπόρτισμά του θα γίνει από απίθανη μεριά του θάμνου, αφού χαλάσει τη φέρμα και του πλέον αρίστου φερμαριστή σκύλου, διότι μέσα στο θαμνάκι διαρκώς θα κινείται και θα εξαναγκάζει τον σκύλο να κλωθογυρνά και να το φερμάρει από διάφορες θέσεις.

Εκτός απ' αυτό, παρουσιάζεται κάποτε και η πειό έξυπνη μορφή τεχνάσματος ορτυκιού που κάμνει για να ξεφύγει τους διώκτες του. Γίνεται αυτό όταν τυχαίνει να πολυκυνηγηθεί το ορτύκι. Πολυκυνήγημα δεν ονομάζω την περίπτωση εκείνη που το ζαβό αυτό θήραμα σηκωθεί μια από το πρώτο του κατάλυμα και τουφεκισθεί, ύστερα για δεύτερη φορά και ξεφύγει τον όλεθρό του και ύστερα άλλη μια φορά αφού ακούσει πίσω του «ντουμπλέ» και γύρω του να σφυράνε χίλια σκάγια.

Το πολυκυνηγημένο αυτό ορτύκι γίνεται διάβολος πειά και χρησιμοποιεί απίθανες εξυπνάδες. Κανόνας είναι πρώτα-πρώτα να μην καταφεύγει σε ανοιχτά μέρη -χωράφια, καλαμιές, αγκαθάκια-παρά σε σφιχτά θαμνώματα γύρω από τα ορτυκοτόπια, που οι κυνηγοί τα κομμάτιασαν με ένα σωρό μονοπάτια τέτοια που δεν καταφέρνουν ούτε τα γίδια. Ανάμεσα από τα διαδρομάκια αυτά που ’ναι στενά όσο να χωρούν τα δυο πόδια του κυνηγού ή ο σκύλος, κυκλοφορούν τα ορτύκια αυτά τα τρομαγμένα και ο σκύλος τα αλανιάζει. Μα δεν πετούν!

Τρέχουν γοργοπόδαρα -ο καλλίτερος αθλητής και σκύλος δεν τα προφταίνει- ανάμεσα στους μαιάνδρους αυτούς των μονοπατιών και επειδή καταλαβαίνουν ότι το «κατά πόδας» και ασταμάτητο κυνήγημά τους από το σκύλο οφείλεται στα χνάρια των ποδιών τους, τα διακόπτουν πηδώντας από θάμνο σε θάμνο για να χάσει ο σκύλος το ντορό. Πηδούν ξαφνικά και με μαεστρία σαν τα ψάρια κάποτες στη θάλασσα ή τις μπουρμπουλήθρες του νερού στο βραστό λάδι του τηγανιού. Τέτοια καμώματα, σπάνια συναντάς σ' άλλα θηράματα. Οσο μπόϊ του λείπει του ορτυκιού, άλλο τόσο η εξυπνάδα και τετραπερατωσύνη δεν του λείπει.

Θαύμασα του ορτυκιού και την εξής εμπειρία: Οταν κυνηγηθεί και απαυδήσει από τα ενοχλήματα σκύλων και τουφεκισμάτων, πετάει αλλότυπα και αποφασιστικά ίσια για τα πυκνά καταφύγια, που δεν τα γνωρίζει, γιατί είναι ξένο και για μια διημέρευση εκεί, μα που με μια ματιά στο «αλλόφρον» αυτό πέταγμα του τα επισημαίνει και τραβά ίσια για να σωθεί.

Αυτό δεν είναι πράγμα για να θαυμάσεις τόσο όσο το άλλο: Γνωρίζει το είδος των θάμνων, αν δηλονότι είναι πυκνά πουρνάρια ή αγκαθεροί βάτοι και παλιουργιές ή ρείκια ή λυγαριές και θαμνώματα πλατάνων. Οταν οι θάμνοι είναι αγκαθεροί, προσγειώνεται στο έδαφος και προχωρεί βιαστικό μέσα τους για να λουφάξει. Ξέρει όμως ότι ο τρόπος αυτός της διαφυγής του δεν είναι ασφαλής, γιατί ο σκύλος θα του πάρει το ντορό και θα το ξετρυπώσει και προτιμά, αν υπάρχουν βέβαια, να καταφύγει στις λυγαριές και τις φουντωτές πλατανόβεργες, μόνο και μόνο για να μην προσφέρει στον σκύλο τα ίχνη του. Πώς γίνεται αυτό; Πετώντας, φίλτατε αναγνώστη, πάνω από τις πυκνούρες, βουτά σαν αεροπλάνο στούκας στο κέντρο της θυμνούρας αυτής, χωρίς φόβο να τσιμπηθεί ή να σκαλώσει. Η βουτιά αυτή είναι θαύμα τόλμης για το ντελικάτο αυτό θήραμα, που υποκύπτει ακόμα σε μια τζουγρανιά ή ένα χτύπημα στα σύρματα του τηλεγράφου. Καλά όμως γνωρίζει ότι τέτοιο κακό δεν διατρέχει από τα φύλλα και κλαδιά της λυγαριάς και των χαμοπλάτανων.

Η καταφυγή του αυτή είναι σωτήρια. Πρώτα γιατί δεν άφησεν ίχνη να παρακολουθηθεί από το σκύλο και δεύτερο γιατί οι φίλοι μας αυτοί δεν προτιμούν πολύ-πολύ το ψάξιμο στους πλατάνους και στις λυγαριές, γιατί οι των πρώτων τα φύλλα χύνουν χνούδι πολύ ενοχλητικό στις μύτες των και οι δεύτερες, μυρωδιά ασυμπάθητη για το σκύλο μας.

Εκεί λουφάζει ανενόχλητα το ορτύκι και δεν βγαίνει παρά όταν περάσει πολλή ώρα και σταματήσουν οι τουφεκιές. Ξεθαρρεύοντας, θα βγει κατά το βραδάκι στα ανοιχτά τελείως, πάνω στα χώματα, και θα περιμένει το σύνθημα για το ταξείδι. Αλλη περιπέτεια δεν έχει να δοκιμάσει στον τόπο που κόνεψε. Οπως και να ’χει θα τον αφήσει και θα πάρει μαζή του σκληρές αναμνήσεις δοκιμασιών και απηνούς κατατρεγμού.

Μπορούμε να πούμε σε τελευταία ανάλυσι, ότι, το ορτύκι δεν είναι και τόσο εύκολο στο κυνήγημα θήραμα. Κάθε περασιά του έχει ιδιαίτερα γνωρίσματα. Το πρωϊνό, το μεσημεριάτικο, το βραδυνό κυνήγι του, έχει κάτι το ξέχωρο. Το κυνηγημένο και αφόβιστο, επίσης. Το πρώιμο πέρασμα, το μεσανό και το όψιμο (Αύγουστος - Νοέμβριος) έχει άλλη μορφή και το κυνήγι τους άλλη τέχνη και για τον σκύλο και για τον κυνηγό.

Αυτά πάλι μαθαίνονται με τον χρόνο και την παρατήρηση. Και όταν κανείς τα παρατηρεί και τα μελετά, γίνεται καλύτερος κατά τον Δημόκριτο «Πλέονες εξ ασκήσεως αγαθοί γίνονται ή από φύσιος». Γι' αυτό και με είδατε πολλές φορές -όσοι με διαβάσατε- να λέω, ότι το κυνήγι του ορτυκιού είναι το άριστο μάθημα να γίνουμε εμείς κυνηγοί και ο σκύλος μας καλός κυνηγόσκυλος.

Η μελλοντική εξέλιξη του ορτυκοκυνηγιού

Οπως πάνε τα πράγματα και διαπιστώνονται με θρήνους και κραυγές και αφορισμούς στο περιοδικό μας και στα κυνηγικά συνέδρια, το ενδημικό θήραμα, για τους χίλιους μύριους λόγους, ξεφτάει και ολοένα χάνεται.

Το ορτύκι όπως φαίνεται, από την Ελλάδα δεν θα χαθή, όσο και αν λιγοστέψει ακόμα η παραγωγή του στον τόπο της αναπαραγωγής του. Εκεί, δηλαδή στους τόπους της αναπαραγωγής του, το ορτύκι ζει ανάρια και δεν κυνηγιέται μαζικά. Συγκεντρωμένο απ' όλη τη μέση και βόρειο Ευρώπη, έρχεται σε μας και γίνεται αντικείμενο τρομαχτικού αποδεκατίσματος. Από τις στατιστικές που κάπου κάπου δημοσιεύονται, φαίνεται ότι στις χώρες που αναπαράγεται το ορτύκι δίνει σχετικά λιγώτερα θύματα στον κυνηγετικό μας Μολώχ.

Μα και σε μας αναπαράγεται. Είδα πολλές φορές ορτυκίνες με τα πουλάκια τους. Δεν είδα όμως να σκοτώνονται τέτοια ορτύκια. Στα σπαρμένα χωράφια το περισσότερο γεννοβολούν και σ' αυτά πώς να τα κυνηγήσεις. Και η εποχή είναι που απαγορεύεται το κυνήγι. Σαν θεριστούν τα χωράφια στην Ευρώπη, αρχίζουν και τις μετακινήσεις τους για το υπερπόντιο ταξείδι. Ετσι το ορτύκι θάναι πάντα δικό μας, των αραπάδων και λίγων άλλων περιοχών της Μεσογείου, θήραμα μόνιμο και εκμεταλλεύσιμο και σ' αυτό θα περιοριστούμε αν όχι εμείς που κάτι ακόμα βρίσκουμε ενδημικό, αλλά η μέλλουσα γενιά που θα μας διαδεχτεί.

Ετσι φαντάζομαι τα πράγματα και μακάρι να πέφτω έξω. Για να κάνουμε ρεζέρβες και πάρκα κυνηγετικά, όπως στις Ευρώπες, δεν το φαντάζομαι καθόλου, γιατί ενώ έχουμε τις δέκα πληγές του Φαραώ να γιατρέψουμε, εμείς ούτε την παρανυχίδα που μας ενοχλεί δεν κόβουμε μ' ένα ψαλιδάκι. Τέτοια κακοδαιμονία μας τρώει. Και «Ούτως εχόντων των πραγμάτων», θα εντοπιστούμε στο ορτυκοκυνήγι, που θα θεωρούμε το κυριώτερο θήραμα μας. Τότε θα συνταχθεί ο χάρτης των περασμάτων του και αν δεν θα γίνει αυτό από παράδοση θα ξέρουμε πού περίπου πέφτουν ορτύκια και θα κανονίζουμε την άδειά μας και το ταξείδι μας.

Πώς φαντάζομαι τον ωργανωμένο τρόπο του κυνηγήματος αυτού στα τυποποιημένα αυτά ορτυκοτόπια, δεν αποφασίζω εδώ να το γράψω. Αλλη ευκαιρία θα δοθεί γι' αυτό. Τώρα ας αρκεστούμε σ' αυτά, γιατί παρατανίσαμε την υπόθεση σε συνέχειες. Εμειναν εξ άλλου και άλλα ζητήματα του ορτυκοκυνηγήματος άθικτα.