H αντίληψη που επικρατεί είναι ότι ένας καλός κυνηγός μπορεί να γίνει καλός σκοπευτής - και το αντίστροφο. Λάθος. Πρόκειται για άλλο ένα από τα πολλά ψέματα που παρεισφρέουν στις αλήθειες των δύο σπορ.

Συχνά ακούμε κυνηγούς να λένε ότι θα πάνε στο σκοπευτήριο να ασκηθούν στη σκοποβολή για να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους στο κυνήγι ή κάποιους «αντικυνηγούς» να χαρακτηρίζουν τα σκοπευτήρια ως χώρους όπου εκπαιδεύονται οι κυνηγοί για να σκοτώνουν περισσότερα πουλιά. Πρόκειται για ανακρίβεια. Και τούτο διότι στο κυνήγι ο κυνηγός σημαδεύει, ενώ στα αγωνίσματα του πήλινου στόχου ο σκοπευτής εφαρμόζει έναν σκοπευτικό παλμό.

Στο κυνήγι το θήραμα έρχεται από διάφορες κατευθύνσεις ακολουθώντας τυχαία διαδρομή, η οποία συνήθως είναι μεταβλητή. Αυτό σημαίνει ότι ο κυνηγός πρέπει, αφού εντοπίσει τον στόχο, να τον σημαδέψει, να τον παρακολουθήσει και, αφού δώσει την απαιτούμενη προσκόπευση, να πυροβολήσει, λαμβάνοντας υπόψη του, πολλές φορές, τις αλλαγές της πορείας που κάνει το θήραμα κατά τον χρόνο της διαδικασίας σκόπευσης. Δηλαδή στο κυνήγι έχουμε στόχο με άγνωστη προέλευση, τυχαία και μεταβλητή διαδρομή και η διαδικασία σκόπευσης προϋποθέτει παρακολούθηση του στόχου και κάποιες διορθώσεις πριν από τη βολή.

Ετσι, με κάποια δόση υπερβολής, μπορούμε να πούμε ότι κάθε βολή που κάνει ένας κυνηγός στην κυνηγητική του «καριέρα» είναι μοναδική. Αντίθετα, στη σκοποβολή η προέλευση και η πορεία των στόχων είναι απόλυτα συγκεκριμένες, όπως συγκεκριμένα είναι το μέγεθος, το βάρος και η ταχύτητά τους (εξαίρεση αποτελεί το αγώνισμα Trap, όπου σε κάθε βατήρα αντιστοιχούν τρεις διαφορετικές, γνωστές πορείες και ταχύτητες στόχων). Ετσι ο σκοπευτής έχει τη δυνατότητα να προπονηθεί, επαναλαμβάνοντας τη βολή κατά κάθε στόχου εκατοντάδες ή χιλιάδες φορές (συνήθως αυτό γίνεται πολλές χιλιάδες φορές στην καριέρα του). Δηλαδή, ο σκοπευτής αναπτύσσει και τελειοποιεί για κάθε στόχο μια εντελώς συγκεκριμένη κίνηση, η οποία αποτελεί σκοπευτικό παλμό και δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί σκόπευση με τη συνήθη έννοια του όρου.

Στο αγώνισμα του Skeet, για παράδειγμα, αυτό που μοιάζει περισσότερο με το κυνήγι, η διαδικασία από την εκτόξευση του δίσκου ως τη βολή, προβλέπει αντίδραση, επώμιση, «σκόπευση» και πυροδότηση. Αν ληφθεί υπόψη ότι όλη η διαδικασία πρέπει να έχει ολοκληρωθεί σε χρόνο μικρότερο από 8/10 του δευτερολέπτου και ότι μια ταχύτατη ανθρώπινη αντίδραση είναι της τάξης των 4/10, προκύπτει ότι ο χρόνος που έχει ο σκοπευτής στη διάθεσή του για όλη τη διαδικασία είναι το πολύ 4/10 του δευτερολέπτου. Αυτό σημαίνει ότι η «σκόπευση» έχει αρχίσει από τη στιγμή της αντίδρασης, με την εκτόξευση του δίσκου, και ότι η επώμιση γίνεται εξαρτημένη από την τροχιά του δίσκου, έτσι ώστε τη στιγμή που αυτή θα ολοκληρωθεί, το όπλο να βρίσκεται στη σωστή θέση για να πραγματοποιηθεί η βολή. Ας σημειωθεί ότι οι σκοπευτές του πήλινου στόχου κάποιου επιπέδου ουσιαστικά δεν χρησιμοποιούν σκοπευτικά.

Θυμάμαι, πριν από 30 χρόνια, περίπου, σε έναν αγώνα σκοποβολής Skeet, στη μέση του γύρου (πούλας), αντιλήφθηκα ότι από το όπλο ενός σκοπευτή (του Πέτρου Παππά, ενός από τους καλύτερους έλληνες σκοπευτές Skeet όλων των εποχών), είχε ξεβιδωθεί και φύγει η ακίδα σκόπευσης, χωρίς αυτός να το αντιληφθεί. Επειδή δεν ήταν δυνατή η επισκευή του όπλου κατά τη διάρκεια του γύρου και για να μην τον επηρεάσω αρνητικά, αποφάσισα να μην του πω τίποτε. Ο Πέτρος τελείωσε τον γύρο χωρίς να χάσει κανέναν δίσκο και χωρίς να αντιληφθεί ότι είχε φύγει η ακίδα σκόπευσης από το όπλο του. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικότατο παράδειγμα.

Εσφαλμένη είναι επίσης η αντίληψη ότι ένας καλός κυνηγός μπορεί να γίνει καλός σκοπευτής ή το αντίστροφο. H Ολγα Τζαβάρα, π.χ., η γυναίκα που έγραψε ιστορία στην ελληνική σκοποβολή του Trap, δεν κυνήγησε ποτέ και ο Παναγιώτης Ξανθάκος, ίσως ο καλύτερος έλληνας σκοπευτής Skeet όλων των εποχών, είναι αναμφισβήτητα «το καλύτερο τουφέκι» που έχω δει στο κυνήγι.

Στο θέμα σκοποβολή-κυνήγι πρέπει να αναφερθεί ότι ενώ η άσκηση στη σκοποβολή δεν ωφελεί τις κυνηγετικές επιδόσεις, η κυνηγετική δραστηριότητα βλάπτει τις επιδόσεις στη σκοποβολή, διότι βγάζει τον σκοπευτή από τον ρυθμό του σκοπευτικού παλμού. Για τον λόγο αυτόν, κατά τις παραμονές σκοπευτικών αγώνων απαγορεύεται στους σκοπευτές να πηγαίνουν κυνήγι.

Για να μη θεωρηθούμε όμως υπερβολικοί, πρέπει να παραδεχθούμε ότι η άσκηση κυνηγών στα μη ολυμπιακά αγωνίσματα της σκοποβολής πήλινου στόχου (Sporting), εφόσον αυτοί σκοπεύουν κυνηγητικά (παρακολούθηση στόχου κτλ.), οπωσδήποτε βοηθά τους αρχάριους κυνηγούς να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους.

* Ο κ. Παύλος Κανελλάκης είναι πρόεδρος της Σκοπευτικής Ομοσπονδίας Ελλάδος, εκπρόσωπος της σκοποβολής στην Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, σκοπευτής Skeet, πρωταθλητής Ελλάδας, βαλκανιονίκης και μόνιμο μέλος Εθνικής Ελλάδος τη δεκαετία του 1970.

You have no rights to post comments